Το δικό μου Καϊμάκ

Τον τελευταίο χρόνο με τη δουλειά, πλέον υπάρχει ελάχιστος χρόνος για ποδήλατο. Τα περισσότερα χιλιόμετρα γίνονται τις Κυριακές και καμιά φορά προλαβαίνω κλεφτά μιά μικρή απογευματινή προπόνηση.

Μια και φέτος δεν είχα πάρει μέρος σε κανένα αγώνα, και πέρσι σχεδόν τελευταία στιγμή έχασα την ανάβαση του Καϊμακτσαλάν, ένοιωθα ότι φέτος όφειλα να ανέβω αυτό το βουνό.

Συναισθηματικά λοιπόν – και όχι ρεαλιστικά- αποφάσισα να πάρω μέρος στην ανάβαση που οργάνωναν τα παιδιά του Αερωπού και ο φίλος μου Λευτέρης Σεξ –τος.

Αυτό που πρόλαβα προπονητικά να ολοκληρώσω ήταν δύο αναβάσεις Βίγλας – εκτός από τις Κυριακάτικες προπονήσεις των 70-80 Km. Φυσικά και δεν ήμουν έτοιμος όπως έπρεπε, αλλά και αυτό και μόνο θα είχε… ενδιαφέρον.

Κυριακή πρωί λοιπόν με τον φίλο μου Άκη, ξεκινήσαμε από Φλώρινα. Καιρός πολύ καλός και διάθεση ακόμα καλύτερη. Λίγο μετά τις 9 σταθμεύαμε στην Έδεσσα και επισκεφθήκαμε την γραμματεία για τα καθέκαστα: Πληρωμή, νούμερα κ.ο.κ.

Μια και είχαμε χρόνο στη διάθεση μας, έπεσε η ιδέα – ο Άκης δηλαδή – να κατέβουμε μέχρι το Ριζάρι για ζέσταμα. Όταν όμως κατεβήκαμε την απότομη κατηφόρα, άσκησα βέτο και έδωσα σύνθημα για επιστροφή. «Θα με κάψεις στο ζέσταμα, άτιμε» του είπα χαμογελώντας, μην ξέροντας τι θα επακολουθήσει.

Εκκίνηση

Αφού χαιρετήσαμε και χαιρετηθήκαμε με φίλους στο γνώριμο πλακόστρωτο, ο αφέτης από το μικρόφωνο μας έβαλε στο κλίμα. Ξεκινώντας έκανα το σταυρό μου, μια και ήξερα ότι θα χρειαστώ κάθε βοήθεια σε αυτήν την ανάβαση.

Ο κόσμος μας εμψύχωσε με ένα ζεστό χειροκρότημα και ξεκινήσαμε. Περνώντας μέσα από την πόλη, που σιγά σιγά ξυπνούσε, στο μυαλό μου ερχόταν πάλι η στρατηγική της ημέρας. «Συντηρητικά στον πρώτο τοίχο μετά το ελεύθερο, στρωτά στην ανάβαση μέχρι Λύκους και μετά δυνατά στην μεγάλη ανάβαση μετά την Κερασιά». Τα εναπομείναντα 10 χλμ της ανάβασης ούτε καν τα σκεφτόμουν, μια και η κλίση ήταν πιο «νορμάλ» και εκεί θα μπορούσα να πάω καλά – ή έτσι νόμιζα…

Πλησιάζοντας στο σημείο για το ελεύθερο, ήμουν ήδη στο πίσω μέρος του γκρουπ, μια και δεν είχε νόημα να ήμουν χωμένος μπροστά. Η πρώτη ανάβαση ξεκίνησε και κλασικά οι γρήγοροι έφυγαν μπροστά και οι υπόλοιποι σκορπίσαμε.

Ζέστη, διψήφιες κλίσεις και στρωτό τέμπο. Κάπως έτσι πέρασαν τα πρώτα χιλιόμετρα. Όταν η κλίση γλύκανε, πάτησα λίγο παραπάνω και στις μικρές κατωφέρειες, έβαζα δίσκο και περνούσα μερικούς. Τα πόδια τα ένιωθα καλά, οι παλμοί όπως έπρεπε και πλησίαζα Λύκους. Στο πρώτο σημείο ελέγχου, ήμουν 2.5’ πιο γρήγορος από την τελευταία φορά. Ικανοποιημένος συνέχισα για το υπόλοιπο της ανηφόρας.

Κερασιές

Άρχισε η μεγάλη κατηφόρα πριν την Κερασιά, και εκεί πάτησα δυνατά. Έπιασα 2- 3 μπροστά μου και μέσα στο χωριό πέρασα ακόμα έναν. Ένοιωθα πολύ καλά!

Πέρασα την υδροδοσία χωρίς να πάρω μπουκαλάκι και αμέσως έπιασα τον επόμενο «τοίχο». Τα πρώτα 3-4 χλμ μετά το χωριό είναι πολύ σκληρά με πολλά 12αρια, χωρίς να μπορείς κάπου να ξεκουραστείς.

Μετά τις πρώτες στροφές, πήρα ένα τζελάκι. Ένοιωσα λίγο καλύτερα – με έμφαση στο λίγο- οι ανάσες μου ήταν σωστές, αλλά δυσκολευόμουν ήδη να βγάλω δύναμη. Κοίταξα το νεοαποκτηθέν γκάρμιν και εκεί που έπρεπε να βλέπω 8-9 χαω, έβλεπα 6 εως 7. Κούνησα το κεφάλι απογοητευμένος, καθώς ο αθλητής που είχα βάλει στόχο να περάσω μετά τις Κερασιές, απομακρυνόταν από εμένα σταθερά στο βάθος.

Το τζελάκι βοηθούσε λίγο να κρατάω πιο καλό στροφάρισμα, αλλά μέχρι εκεί. Ήξερα ότι όταν έφτανα στα πρώτα χώματα – στο κομμάτι που δεν είχε άσφαλτο – θα σήμαινε σχεδόν το τέλος αυτού του δύσκολου κομματιού.

Οι δυνάμεις τελειώνουν…

Η μητέρα φύση με καλούσε και με το ρυθμό που ανέβαινα, ανταποκρίθηκα στο κάλεσμα! Η μικρή στάση βοήθησε την καταπονημένη μέση και συνέχισα σταθερά.

Σε κάποια στιγμή, άναψε το κόκκινο στο ρεζερβουάρ και τα χιλιόμετρα έπεσαν. Πλέον κάποιος περπατώντας θα με περνούσε και σκεφτόμουν «που είναι κρυμμένα εκείνα τα πρώτα χώματα ρε γμ…».

Πλέον τα πόδια δεν είχαν δύναμη να δώσουν. Ένα μικρό ασφαλτοστρωμένο δρομάκι στα αριστερά μου, με έβαλε σε σκέψεις «Αν το πάρω, τελειώνει ο πόνος…». «Μόνο που εγώ έχω σκοπό να τερματίσω σήμερα» ήταν η επόμενη σκέψη μου και συνέχισα το μοναχικό μου ταξίδι.

Άκουγα φωνές από μπροστά. Στην αρχή νόμισα ότι τις φανταζόμουν, μετά τις άκουσα ξανά. Ήταν το βανάκι της υδροδοσίας, με τα 2 παιδιά που θα έβλεπα αρκετές φορές ακόμα. Μπήκα στο χωματόδρομο, λίγο πετάλι λίγο περπάτημα και έφτασα το βανάκι. «Παιδιά, σπρώξτε λίγο για να ξεκινήσω». Τι ωραίο εκείνο το δυνατό σπρώξιμο!

Συνέχισα, ξέροντας ότι σε λίγο θα μειωνόταν η κλίση. Έφαγα μισό μαντολάτο, αλλά τίποτα δεν κατέβαινε κάτω. Σε λίγο ο δρόμος φάρδυνε, οι σκιές μεγάλωσαν, το δάσος είχε αλλάξει γύρω μου. Η κλίση είχε επανέλθει σε φυσιολογικά επίπεδα, μεταξύ 5-6%, αλλά πλέον ο πόνος στη μέση μου ήταν αφόρητος και ήξερα ότι είχα ακόμα πολλά χιλιόμετρα.

Εδώ μπορούσα να πάω πιο γρήγορα, σκέφτηκα, αν είχα τα πόδια να το κάνω. Πλέον, το ντεπόζιτο ήταν άδειο και πήγαινα με τις αναθυμιάσεις. Είχε σταματήσει το αγωνιστικό κομμάτι εδώ και πολύ ώρα. Το θέμα δεν ήταν η ανάβαση, ήταν απλά η επιβίωση. Θα υπήρχε μόνος ένας νικητής, είτε εγώ είτε το βουνό. Και ό,τι και να γινόταν, δεν θα ήταν το βουνό…

Έτσι συνέχισα να πορεύομαι, με το μυαλό μου θολωμένο από τον πόνο, δίπλα στο υπέροχο αυτό βουνό. Επόμενη υδροδοσία, μερικές γουλιές κουράγιο και συνέχισα. Λίγα χιλιόμετρα πιο πάνω, η κλίση τελικά έγινε αρνητική και σταμάτησα για λίγο το πεταλάρισμα. Μύρισα ψημένο κρέας και σκέφτηκα «αρχίζω και τα χάνω…». Τελικά ήταν μια παρέα που έψηνε στην άκρη του δρόμου…

Οι φουρκέτες και οι αγελάδες

Σε λίγο η κλίση ξεκινούσε και πάλι και οι φουρκέτες με καλωσόρισαν. Πρώτη φουρκέτα και έρποντας με ορθοπέταλο μπόρεσα και την έβγαλα. Στο βάθος μια κραυγή από τις αγελάδες, σαν να μου έλεγαν «που πάς καημένε;»

Επόμενη φουρκέτα και να πάλι τα παιδιά με το βανάκι να με αποθανατίζουν σε βίντεο. Συνέχισα, πλέον τα πόδια πήγαιναν μηχανικά, η μέση είχε μουδιάσει, φοβόμουν ότι αν παραπατούσα και σταματούσα δεν θα μπορούσα να ανέβω πάλι στη σέλα. Όμως η κορυφή με καλούσε, ο τερματισμός ήταν πίσω από εκείνη την μακρινή κορυφή….

Κοίταξα απογοητευμένος εκείνο το κατακίτρινο 5 πάνω στην άσφαλτο. Πίσω μου άφησα τις φουρκέτες και μερικές βαριεστημένες αγελάδες. Μερικά κομμάτια από χωματόδρομο, χάριζαν μια εσανς Giro στην ανάβαση. Τα παιδιά με το βανάκι δίπλα μου, για μια υποδειγματική υδροδοσία εν κινήσει. Χωρίς να το ξέρουν, με «τραβούσαν» προς την κορυφή.

Έπιασα την επόμενη κορυφή και άρχισα μια μικρή κατάβαση προς τη διασταύρωση, στο δρόμο που ανέβαινε από την άλλη πλευρά του βουνού. Πλέον το τοπίο ήταν αλπικό, το δάσος είχε εξαφανιστεί, σημάδι ότι είχα περάσει το όριο των 1800 μέτρων.

Ακόμα 2 χλμ

Πέρασα τη διασταύρωση και είχα πλέον μόνο 2 χλμ ανάβασης στα πόδια μου. Όσο πονούσα τόσο χαιρόμουν γιατί ήξερα ότι από εδώ και πέρα τίποτα δεν θα με σταματούσε. Στο βάθος η κόκκινη κεραία της τηλεφωνίας, πέρα από την οποία βρισκόταν ο τερματισμός…

Δεν θυμάμαι καθαρά τα τελευταία χιλιόμετρα… Θυμάμαι κομμάτια μπαλωμένης ασφάλτου, το συναίσθημα ενός ολοκληρωτικού πόνου να διαπερνά το κορμί μου, το κρύο στην ανάσα μου και ένα συναίσθημα αγαλλίασης και ηρεμίας, πέρα από τις εικόνες που κατέγραφαν τα μάτια μου, πέρα από τον σωματικό πόνο που βίωνα.

Πέρασα τις κεραίες και σε λίγο έβλεπα στο βάθος τον τερματισμό. Ασυναίσθητα, σήκωσα τη δεξιά γροθιά μου και φώναξα πανηγυρίζοντας, παρέα με τη άγρια ομορφιά του Καϊμακ. «Σε νίκησα σήμερα» σκέφτηκα και χαμογέλασα ευτυχισμένος.

Καθώς τερμάτιζα με φίλους που με χειροκροτούσαν, σκέφτηκα ότι είμαι τυχερός που μπορώ και απολαμβάνω όλα αυτά τα διαφορετικά συναισθήματα, στριφογυρίζοντας απλά τα πόδια μου πάνω σε ένα ποδήλατο.

Συνεχίστε το πεταλάρισμα!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Check Also

Epic Rides #1 – Ο πρώτος ποδηλατικός αγώνας χωρίς υποστήριξη

Epic Rides #1 – Ο πρώτος ποδηλατικός αγώνας χωρίς υποστήριξη Όλοι λίγο πολύ γνωρίζουμε από…