2η μέρα (συνέχεια)

Μετά τον καταρράκτη οι κλίσεις είναι brutal! Είναι οι πιο δύσκολες σε παρατεταμένη ανάβαση που έχω αντιμετωπίσει μέχρι στιγμής στη SuperRandonnée. Δουλεύω εναλλάξ τα 2 πιο ελαφριά πατήματά μου, ανάλογα με το που χαλαρώνει κάπως και που όχι.

Καθώς ανεβαίνω αραιώνουν και τα δέντρα και αυξάνεται το βάθος του χιονιού, το οποίο τώρα πλέον είναι παντού δεξιά κι αριστερά του δρόμου, ανήλια ξε-ανήλια. Ευτυχώς η ίδια η άσφαλτος είναι καθαρή, αν και βρεγμένη σε πολλά σημεία καθώς μέρος του χιονιού λιώνει στην άκρη του δρόμου και το νερό ρέει πάνω στην επιφάνειά του. Όπου πιτσιλάει το νερό και στεγνώνει, το ποδήλατο ασπρίζει… πολύ αλάτι έχει πέσει τις τελευταίες μέρες, και θα πρέπει να το κάνω ένα γερό πλύσιμο μόλις γυρίσω.

Σιγά-σιγά φτάνω στο οροπέδιο στις Βρύζες και το Καταφύγιο Οίτης. Την απόλυτη μέχρι τώρα γαλήνη των ήχων της φύσης σκίζει ο ήχος υψηλής συχνότητας τριών μηχανών εσωτερικής καύσης. Επιστρέφουν από περιήγηση τρία snowmobiles με μια παρέα ξεχασμένων city dwellers που δεν γύρισαν σπίτι τους την Κυριακή και έμειναν και τη Δευτέρα.

Snowmobiles….

Καθώς έρχονται λοξά από το χιονισμένο οροπέδιο στα δεξιά μου, ενώ κινούμαι ανατολικά πάνω στο δρόμο, παρκάρουν δίπλα στην άσφαλτο καμιά εκατοστή μέτρα μπροστά μου. Ώσπου να ξεπεζέψουν τους έχω φτάσει και τους προσπερνάω. Νιώθω τα μάτια αυτών των αγοριών και κοριτσιών να με κοιτάνε σαν εξωγήινο πίσω από τα γυαλιά ηλίου τύπου καθρέφτης τους, και τα τσιγάρα που κρέμονται από τα στόματά τους. Ομολογουμένως, κι εγώ έτσι τους κοιτούσα πίσω από τα δικά μου γυαλιά, με μία δόση, να πω την αμαρτία μου, απέχθειας γι’ αυτό που έβλεπα.

Κι αυτό όχι προς αυτούς προσωπικά, δεν τα ξέρω τα παιδιά και μπορεί να είναι και πολύ καλοί άνθρωποι, κι άλλωστε έχω φιλελεύθερη άποψη επί του θέματος, ότι ο καθένας είναι ελεύθερος να κάνει ότι τον ευχαριστεί και τον γεμίζει όπως αυτός θεωρεί καλύτερο, όμως μόνο μέχρι το σημείο που δεν βλάπτει κανέναν σε κοινωνικό και περιβαλλοντικό επίπεδο.

Εδώ όμως, είπαμε όχι οι ίδιοι αλλά η ιδέα που αντιπροσωπεύουν, αυτή της κακώς ευνοούμενης κυριαρχίας επί της φύσης, της καταστροφικής συνάντησης μαζί της για σκοπούς παραγωγής ή διασκέδασης, της αποκοπής του ανθρώπου από τη φύση με αποτέλεσμα τον ανταγωνισμό αντί για την συνεργασία του μαζί της, αυτό είναι που με ενοχλούσε, σε βαθύτερο και πηγαίο επίπεδο. Αυτό είναι που προκαλεί την περιβαλλοντική καταστροφή την οποία η γενιά μας έχει αποκωδικοποιήσει, καταγράψει και κατανοήσει, αλλά που ακόμα αποδεικνύεται ανίκανη να σταματήσει, πόσο μάλλον να ανατρέψει. Αυτό έβλεπα στην συμπεριφορά αυτών των παιδιών, και αυτό με πλήγωνε.

Και τι να κάνουμε πρακτικά. Να τους πω κάτι δεν είχε νόημα εκείνη τη στιγμή. Άλλωστε, τα παιδιά αυτά μάλλον ήδη καμένα ήταν, ένας συμπαγής τοίχος με τον οποίον όποια συζήτηση αυτή τη στιγμή δεν θα είχε κανένα νόημα.

Το μόνο που θεωρώ ότι μπορώ να κάνω πέρα από το να προσπαθώ να μειώσω το δικό μου αρνητικό αποτύπωμα με τις προσωπικές επιλογές και τη συμπεριφορά μου, είναι να προσπαθώ να μεταφέρω αυτή την κατανόηση και, εν τέλει, την αγάπη για τη φύση, σε όσα παιδιά μπορώ να επηρεάσω. Πρώτον τα δικά μου, μετά τους φίλους τους και ίσως τους φίλους των φίλων τους. Ίσως και παιδιά στον οικισμό ή στο χωριό, σε κάποια ομάδα, παιδιά όμως, που το μυαλό τους είναι εύπλαστο και ίσως ακόμα δεκτικό. Και δεν αρκούν οι θεωρίες και τα ωραία λόγια, η υπόθεση θέλει πράξη και παράδειγμα, αυτό καταλαβαίνουν και αυτό μιμούνται μέχρι να γίνει δικό τους βίωμα.

Αφήστε την τηλεόραση, τα socialmedia, τις ματαιοδοξίες και τους εγωισμούς κι ασχοληθείτε με τα παιδιά. Μιλάτε τους, αλλά προπάντων μπείτε μπροστά και τραβάτε, αυτό θα καταλάβουν. Δώστε αγάπη με αυτόν τον ανύποπτο και περιμετρικό τρόπο, και το υποσυνείδητό τους θα το καταλάβει, και θα το αναπαράγει. Θα το καταλάβει και ο ζωντανός οργανισμός της Γης. Εμείς είμαστε αυτό που είμαστε, είτε καθαροί είτε καμένοι, δύσκολα αλλάζουμε. Τα παιδιά όμως γίνονται αυτό που θα καταλήξουν να είναι, ας προσπαθήσουμε να τα στρέψουμε προς μια κατεύθυνση που θα ωφελήσει το σπίτι μας, την Γη μας, για τα ίδια και όλα τα άλλα πλάσματα όταν θα φύγουμε εμείς, τουρίστες είμαστε όλοι άλλωστε στον πλανήτη αυτόν…

Ο Γέρος τρίζει…

Προσπερνάω την παρέα και ανηφορίζω λίγο ακόμα μέχρι το διάσελο όπου βρίσκεται η διασταύρωση για Καλοσκοπή στα δεξιά. Περνάω πάνω από το χωριό που βρίσκεται χαμηλά στ’ αριστερά μου. Για κακή μου τύχη, ο υπόλοιπος κατηφορικός δρόμος βρίσκεται στη βορεινή πλαγιά ενός ορεινού όγκου, και είναι εξ’ ολοκλήρου στη σκιά.

Το οδόστρωμα είναι εντελώς βρεγμένο και κάνει πολύ κρύο, με αποτέλεσμα να μην μπορώ να αναπτύξω ταχύτητα και να παρατείνεται αυτό το «μαρτύριο» της κατάβασης. Ο Γέρος τρίζει και βογκάει, και σε κάθε ένα από τα συχνά φρεναρίσματα ακούγεται ο ανησυχητικός ρυθμικός ήχος από τον πίσω τροχό.

Με πιάνει ξανά εκείνος ο κρύος ιδρώτας, ότι θα πάθω λάστιχο ή κάτι άλλο πιο σοβαρό, εδώ, στο κρύο και στη μέση του πουθενά. Διώχνω τη σκέψη φέρνοντας στο μυαλό μου τις σαμπρέλες και την αμπούλα που έχω στην απιντούρα… Αν πάθεις λάστιχο Μήτσε, θα ζεστάνεις τα χεράκια σου και θα κάτσεις να το φτιάξεις, δεν έχεις άλλη επιλογή, μαλάκα.

Συνεχίζοντας, σε κάποιο σημείο του δρόμου βγαίνω στον ήλιο για μερικά μέτρα. Σταματάω ακαριαία, ακουμπάω τον Γέρο στο ρείθρο, και γυρνάω στον ήλιο να φωτοσυνθέσω λίγο και να ζεσταθώ. Πέντε λεπτά αργότερα βγάζω και κατεβάζω μερικά γεμιστά μπισκότα, ανοίγοντας το δεύτερο πακέτο για ποικιλία.

Λίγο φαγητό πάντοτε σου ανεβάζει το ηθικό. Είναι άλλωστε ένας από τους βασικούς κανόνες της ορειβασίας, όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά, όταν έχεις κουραστεί ή χαθεί, όταν το ηθικό είναι πεσμένο ή όταν φοβάσαι, σταμάτα και φάε. Μετά ανασυγκροτήσου, σκέψου και συνέχισε. Ε, το ίδιο ισχύει και εδώ.

Μετά από λίγο, έχω ζεσταθεί κάπως και συνεχίζω την κατάβαση, και πράγματι, νιώθω πολύ καλύτερα. Περνάω ένα μικρό ανηφοράκι που διακόπτει την κατηφόρα, και σε χρόνο που μου φαίνεται σύντομος, φτάνω στον κεντρικό δρόμο που συνδέει την Άμφισσα με τη Λαμία, ο οποίος βρίσκεται λουσμένος στον ήλιο. Η ανοιχτή γεωμετρία του είναι τέτοια ώστε η κατάβαση να μην θέλει φρένα, και αφήνω ελεύθερο το ποδήλατο να κατέβει, νιώθοντας την θερμοκρασία να ανεβαίνει καθώς μειώνεται το υψόμετρο.

Γραβιά

Φτάνω στη διασταύρωση δεξιά και στρίβω για Γραβιά. Περνάω το μεγάλο χωριό και συνεχίζω, γνωρίζοντας ότι σε λίγο θα έχω την επόμενη ανάβαση στον Παρνασσό. Λίγο πριν την Λιλαία, σταματάω στο προηγούμενο χωριό που λέγεται Μαριολάτα για να φάω το μισό από το δεύτερο πακέτο αλμυρά που κουβαλούσα.

Κάθομαι σ’ ένα παγκάκι που για λίγο ακόμα θα το βλέπει ο ήλιος, καθώς αυτός κινείται προς την κορυφογραμμή του απέναντι βουνού και σε κάνα τεταρτάκι θα κρυφτεί. Ευτυχώς εδώ δεν κάνει τόσο κρύο, και επίσης φαίνεται να μην έχει τόση υγρασία, πράμα που κάνει τις περιβαλλοντικές συνθήκες πολύ πιο ανεκτές. Είναι λίγο μετά τις τρεις.

Είμαι περίπου 1 ώρα πίσω με βάση το ιδεατό πρόγραμμά που έχω στην εκτύπωση του εξελάκι μου. Δεν υπάρχει λόγος ιδιαίτερης ανησυχία ως χρόνος, καθώς μπορεί να μαζευτεί ας πούμε με μία ώρα ύπνο λιγότερο, ή με μικρότερα διαλείμματα. Το μόνο αρνητικό είναι ότι ήλπιζα να κατέβω από τον Παρνασσό, με το τελευταίο φως της ημέρας, ενώ τώρα φαίνεται πως θα κατέβω νύχτα, και γενικά τις μισώ τις νυχτερινές καταβάσεις, ειδικά όταν είσαι κουρασμένος και στεγνός από ενέργεια, πόσο μάλλον όταν κάνει κρύο…

Κοντρόλ στη Λιλαία

Μετά το διάλειμμα, σταματάω στη είσοδο της Λιλαίας για να εκτελέσω το κοντρόλ στην πινακίδα.

Ο ήλιος είναι πίσω από το βουνό, αλλά ευτυχώς όπως είπαμε δεν κάνει ιδιαίτερο κρύο. Αντί να πάει περιμετρικά από τον κύριο δρόμο, η διαδρομή περνάει μέσα από το χωριό κόβοντας απόσταση μέσα σε δρομάκια με πολύ απότομη κλίση. Τα καταφέρνω αξιοπρεπώς καθώς πιάνει τόπο η ολιγόλεπτη ξεκούραση πριν από λίγο. Με τα πολλά βγαίνω στον κεντρικό δρόμο για Επτάλοφο πάνω από το χωριό, έχοντας ήδη πάρει καμιά εκατοστή μέτρα υψόμετρο. Το οδόστρωμα είναι καλό, οι κλίσεις σχετικά απαλές και, παρά την κούραση, διαπιστώνω ότι είναι πολύ ευχάριστη ανάβαση.

Πιάνω ένα ωραίο τέμπο, γρήγορο μάλιστα για τα δεδομένα της στιγμής, και μία-μία αφήνω πίσω τις φουρκέτες της φιδωτής ανάβασης. Λίγο πριν φτάσω στον Επτάλοφο, εμφανίζονται και οι χιονούρες εκατέρωθεν του δρόμου. Περνώντας ένα μίνι διάσελο, εμφανίζεται και το χωριό στην απέναντι πλαγιά.

Είναι ένα παλιό χωριό που εκμοντερνίστηκε με κατασκευές καινούριων ξενώνων και καταλυμάτων για την εξυπηρέτηση των χιονοδρόμων. Ο δρόμος δεν περνάει από το κέντρο του, αλλά ανεβαίνει περιμετρικά και αριστερόστροφα πάνω από το χωριό, παίρνοντας τον δεξί κλάδο στην διχάλα πριν την είσοδο, πράμα που για μια στιγμή με μπέρδεψε ώσπου να το καταλάβω.

Αφού φοράω γιλέκο, γύρω γύρω από το χωριό λοιπόν, περνάω κάτι κυριλέ ξενώνες με spa, μασάζ και τέτοια (ποτέ δεν το πολυκατάλαβα αυτό το concept για το βουνό, τέλος πάντων…), και λίγο πιο ψηλά διάφορα σαλεδάκια που μάλλον τα νοικιάζεις το καθένα χωριστά, μία ή περισσότερες οικογένειες ή μεγάλες παρέες.

Μέσα στο δάσος…

Με τα πολλά, βγαίνω από την «αστική» ζώνη του βουνού με τα σαλέ και τις παρκαρισμένες τζιπούκλες και μπαίνω στο καθεαυτού δάσος από ψηλά έλατα. Οι κλίσεις έχουν αυξηθεί από το χωριό και πάνω, και έχει πολύ χιόνι στις πλαγιές, βάθους περίπου μισού μέτρου. Η άσφαλτος είναι μούσκεμα με νερό, μισολιωμένο χιόνι και αλάτι. Αυτοκίνητα πηγαινοέρχονται και στα δύο ρεύματα, όχι πολύ πυκνά αλλά σταθερά, και σε καμιά περίπτωση δεν νιώθω μόνος. Το φως σιγά σιγά σβήνει πίσω από τη συννεφιά, και ο ουρανός παίρνει εκείνο το σκούρο λουλακί μπλε χρώμα της χειμερινής συννεφιάς και του κρύου. Η θερμοκρασία πέφτει αισθητά ως αποτέλεσμα του συνδυασμένου υψομέτρου και σκοταδιού… Ευτυχώς που ανεβαίνω τώρα, όμως είμαι βέβαιος ότι θα την ακούσω κατεβαίνοντας.

Χειμερινό SR χωρίς υποστήριξη VIII - 2η Μέρα Στρόμη ως Παρνασσό
 

Μετά από δυο-τρία χιλιόμετρα ευθυτενούς πορείας μέσα στο δάσος τελειώνει επιτέλους και η ανηφόρα. Σταματάω, φοράω και την τελευταία εναπομείνασα στρώση ρουχισμού, τουτέστιν την αντιανεμική φλούδα, και αρχίζω το κατέβασμα στους μηδέν βαθμούς κελσίου. Ε, καλά, δεν θα τουρτούριζα! Μα αμέσως όμως! Βγάζω κραυγές και τραγουδάω για να ζεσταθώ, καθώς ταυτόχρονα δουλεύω τα δάχτυλα σαν περπάτημα αράχνης για να μην αγκυλώσουν. Motherfuckeeeeeeeeer!!!!

Είμαι στα 1300 m. Πρέπει να κατέβω από το βουνό σε πιο θερμές αέριες μάζες, αλλά πρώτα πρέπει να διασχίσω το οροπέδιο των Καλύβιων Λιβαδιού. Έχει κάποια κίνηση, ευτυχώς όχι πολλή, τζιπούκλες και καινούρια αυτοκίνητα, και που και πού κανένα ετοιμόρροπο Niva ή παλιό Daihatsu. Το σκι τελικά είναι για φραγκάτους, λαμόγια και καμένους (εγώ μάλλον ανήκω στην τελευταία κατηγορία, σίγουρα όχι στις δύο πρώτες πάντως…).

Καθώς διασχίζω το οροπέδιο με τα πολύχρωμα φωτάκια των ξενώνων και τις ταβέρνες που μύριζαν πολύ ωραία, να πούμε την αλήθεια, βλέπω αριστερά πάνω από την κορυφογραμμή να ξεπροβάλει η (σχεδόν) πανσέληνος μέσα από τα σύννεφα. Το φως της είναι δυνατό, προμηνύεται ωραία η νύχτα…

Leave a Reply

Your email address will not be published.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Check Also

Πώς μπορούμε να γίνουμε πιο αεροδυναμικοί;

Αν και μπορεί να είναι δελεαστικό να ξοδέψουμε χρήματα για να γίνουμε πιο «αεροδυναμικοί»,…