Φτάνω στο τέλος του οροπεδίου. Ένα τελευταίο ανηφοράκι και αρχίζει το κατέβασμα στην Αράχοβα. Με το που περνάω το διάσελο και βγαίνω από την άλλη πλευρά του βουνού, αμέσως η θερμοκρασία αυξάνεται, και τα χιόνια εξαφανίζονται. Δεν υπάρχει ίχνος χιονιού στην κατηφόρα.

Η πλαγιά στην οποία κινούμαι κοιτάει νότια, και έτσι εξηγείται τόσο η έλλειψη χιονιού όσο και η αυξημένη θερμοκρασία καθώς τα βράχια ακτινοβολούν μέρος της θερμότητας που έχουν απορροφήσει κατά τη διάρκεια της ημέρας από τον ήλιο.

Πρέπει να γεμίσω τα παγούρια μου, οπότε βάζω στόχο τη βρύση που ξέρω ότι υπάρχει στη βάση του χωριού, εκεί δίπλα στον τοίχο με τα χαλιά. Φτάνω αβίαστα εκεί, η τραβέρσα είναι φαρδιά με μεγάλες ευθείες και ανοιχτές στροφές.

Είναι 07:00 η ώρα, και θέλω να καλύψω καμιά 60αρια ακόμα χιλιόμετρα σήμερα, συμπεριλαμβανομένης μιας μεγάλης ανάβασης και δύο καταβάσεων. Συντηρητικά υπολογίζω ότι θα φτάσω Θίσβη μεταξύ 10 και 11, πιο πολύ προς τις 11 το βράδυ. Ωραία, η καθυστέρηση δεν αυξήθηκε, είναι σταθερά μία ώρα πίσω.

Παγούρια στην Αράχωβα

Όμως εδώ, έχοντας βγάλει και την Οίτη και τον Παρνασσό, για πρώτη φορά συνειδητοποιώ ότι, εκτός χοντρού απροόπτου, δηλαδή καταστροφικής αβαρίας ή ατυχήματος, η SuperRandonnée θα βγει, εντός ορίου και με περιθώριο. Προμήθειες έχω για μέχρι το τέλος και μάλλον θα περισσέψουν κιόλας. Σκάω ένα μεγάλο χαμόγελο και επιτρέπω στον εαυτό μου μια στιγμή πανηγυρισμού, τον οποίο αμέσως μετά διακόπτω: Μητσάρα, χαλάρωσε, έχεις άλλα 180 χιλιόμετρα και δυο με τρεις χιλιάδες υψομετρικά, τίποτα δεν τελείωσε, συγκεντρώσου!

Με τα παγούρια γεμάτα βάζω πλώρη για την Αράχοβα, την οποία διασχίζω εν μέσω κίνησης και μποτιλιαρίσματος, ελισσόμενος έντεχνα γύρω από τα ακινητοποιημένα αυτοκίνητα και τις τζιπούκλες. Χαμός στους δρόμους και τα πεζοδρόμια, πολύ κίνηση για Δευτέρα βράδυ!

Βγαίνω από το μπο#ρδ@λο και επιτέλους έχω ανοιχτό και σκοτεινό δρόμο μπροστά μου. Όσοι τον έχετε κάνει αυτόν τον δρόμο, ξέρετε ότι είναι πολύ φαρδύς, με καλή άσφαλτο, μικρές κλίσεις και πολύ ανοιχτές στροφές. Κατεβαίνεις χωρίς φρένα, και πράγματι παραδίδω τον Γέρο στη βαρύτητα να κάνει τη δουλειά της ανεμπόδιστη από φρένα, κρατώντας τη σωστή κατεύθυνση στο δρόμο χωρίς τιμόνι αλλά μόνο με μικρές μετατοπίσεις του κέντρου βάρους γέρνοντας λίγο αριστερά ή λίγο δεξιά, ανάλογα τη στροφή. Αν και δεν κάνει κρύο, έχει πάρα πολλή υγρασία την οποία την νιώθεις να μαζεύεται πάνω στα ρούχα και τις άλλες εκτεθειμένες επιφάνειες. Καλά που φοράω αδιάβροχο…

Το πέρασμα από τη διασταύρωση για Δαύλεια μου φέρνει στο μυαλό τον Δεκέμβριο του 2019, όπου τότε, ερχόμενος από Αθήνα, έστριψα με κατεύθυνση τη Λαμία και τελικό προορισμό τη Θεσσαλονίκη. Νύχτα ήταν και τότε, και την ίδια υγρασία είχε. Λίγο παρακάτω, φαίνονται τα φώτα του ανισόπεδου κόμβου για Δίστομο.

Δίστομο και κρύο!

Παίρνω τη ράμπα στα δεξιά. Τρέμω ολόκληρος. Τα δόντια μου χτυπάνε. Πρέπει οπωσδήποτε να κάνω κάτι να ζεσταθώ, αν και το τρέμουλο είναι περισσότερο από την εξάντληση παρά από το κρύο. Φτάνω στην είσοδο του Δίστομου και σταματάω σ’ ένα μίνι πάρκο με παγκάκια σε μια γωνία. Δεν έχω άλλα ποδηλατικά ρούχα, τα φοράω όλα. Όμως έχω ρούχα της κατασκήνωσης, και στη χειρότερη και τον υπνόσακο. Πρώτο και ευκολότερα προσβάσιμο ρούχο είναι το ζεστό μπουφάν κατασκήνωσης στο σακίδιο.

Το φοράω τρέμοντας. Μέσα σε ένα λεπτό, σταματάει το τρέμουλο, και μέσα σε άλλα δύο ζεσταίνομαι και αρχίζω να νιώθω άνετα. Ταυτόχρονα έχω βγάλει το υπόλοιπο μισό πακέτο bakerolls και τρώω σιγά σιγά… Παίρνω τα πάνω μου.

Το όλο διάλειμμα δεν πρέπει να διήρκεσε παραπάνω από 15/20 λεπτά, αλλά ήταν ικανό για να συνέλθω, χωρίς καν να χρειαστεί να φτιάξω ζεστό τσάι ή σούπα, που θα σήμαινε χάσιμο πολύτιμου χρόνου. Όταν σηκώνομαι για τη συνέχεια, δεν βγάζω το μπουφάν. Μοιάζω με το μπλε ανθρωπάκι της Michelin πάνω σ’ ένα ποδήλατο, αλλά δε με νοιάζει, κάνα δυο ανθρώπους που είδα στους δρόμους του χωριού ούτε που γύρισαν να κοιτάξουν.

Χειμερινό SR χωρίς υποστήριξη VIIIΙ - 2η Μέρα Παρνασσός Δομβραίνα
 

Φεύγοντας από Δίστομο φτάνω και περνάω το Στείρι. Ο δρόμος κατηφορίζει σε μια λεκάνη, προσεγγίζοντας τη βάση της ανάβασης για Κυριάκι. Όταν την φτάνω, σταματάω, χαρούμενος με το γεγονός ότι είμαι τόσο ζεστός ώστε σχεδόν να έχω ιδρώσει. Καιρός να βγει το μπουφάν, έκανε τη δουλειά του. Αφού το έβαλα στο σακίδιο, ξεκινάω στην ανηφόρα.

Είναι αρκετά απότομη, οπότε δουλεύω το ευκολότερο πάτημα μου, άντε και ένα πιο σφιχτό ενίοτε. Εδώ δεν έχει πια υγρασία, απεναντίας κάνει και ζέστη. Προσπαθώ να σκεφτώ ποια ιδιαιτερότητα του μικροκλίματος προκαλεί αυτή την αίσθηση, αλλά δεν μπορώ να βγάλω συμπέρασμα και το παρατάω. Σιγά σιγά ανεβαίνω, και σε κάποια ευθεία μετά από μια φουρκέτα, η κλίση μειώνεται και παίρνω ταχύτητα. Όχι για πολύ όμως, μετά ξαναγίνεται απότομη και επανέρχομαι στον ίδιο ρυθμό.

Σε λίγο εμφανίζονται και τα φώτα του χωριού. Κατά την είσοδο, σκυλιά από μαντριά δεξιά κι αριστερά γαβγίζουν ξέφρενα και υστερικά, αλλά κανένα δε βγαίνει στο δρόμο να με καλωσορίσει. Χέστες…

Κοντρόλ στο Κυριάκι

Φτάνω στη διχάλα στην είσοδο. Σταματάω νομίζοντας ότι εδώ είναι το κοντρόλ, και τραβάω φωτογραφίες το ποδήλατο στις εκεί πινακίδες, πριν πάρω το δεξί κλαδί που κινείται κάπως περιμετρικά και από κάτω του χωριού. Φτάνοντας στην έξοδο, παίρνω μια αριστερή φουρκέτα για να βγω σ’ έναν κεντρικότερο δρόμο, και ρίχνοντας μια φευγαλέα ματιά στις πινακίδες στη λάμψη του φακού μου, διαπιστώνω ότι είχα κάνει λάθος και ότι εδώ είναι το κοντρόλ.

Ξανά-μανά ξεπεζεύω, στηρίζω το ποδήλατο σε κάτι πολύ πρακτικά βουναλάκια από χιόνι και εκτελώ εκ νέου το κοντρόλ, ή για να είμαστε πιο ακριβείς το εκτελώ για πρώτη φορά, καθώς η προηγούμενη θέση αποδείχτηκε άκυρη. Κάτι σκυλιά από ένα μαντρί εμφανίζονται γαβγίζοντας στη γωνία. Τα μάτια του λάμπουν καθώς ο αμφιβληστροειδής χιτώνας τους αντανακλά το φως του φακού κεφαλής μου. Καθώς δεν πλησιάζουν, τα αγνοώ, καβαλάω και φεύγω. Τρεις πεταλιές χρειάστηκε μέχρι να σταματήσουν τα γαβγίσματα.

Ανηφόρα για Αρβανίτσα

Ανεβαίνω μιαν απαλή ανηφόρα προς το οροπέδιο της Αρβανίτσας. Μακριά από τα φώτα του χωριού, διαπιστώνω ότι τα περισσότερα σύννεφα έχουν διαλυθεί και η νύχτα είναι πολύ φωτεινή, με την πανσέληνο να μεσουρανεί. Διασχίζοντας τη φαρδιά κοιλάδα ανάμεσα στις κορυφογραμμές του Ελικώνα, το χιόνι πολλαπλασιάζει το φως του φεγγαριού.

Κάνω ένα πείραμα και σβήνω τα φώτα. Όχι μόνο ο δρόμος δεν παύει να είναι ορατός, αλλά και μάλιστα μπορώ να διακρίνω εύκολα λεπτομέρειες των κλαδιών των δέντρων σε απόσταση της τάξεως των πενήντα μέτρων δεξιά κι αριστερά μου.

Συνεχίζω έτσι για λίγο, απορροφώντας την μαγεία αυτή των αισθήσεων και της ψυχής. Έχω ξεχάσει κρύο, κούραση, πόνο, πείνα, ανησυχία, πρόγραμμα, SuperRandonnée, όλα… Δεν υπάρχει πριν, δεν υπάρχει μετά, υπάρχει μόνο το τώρα, κι εσύ είσαι δίχως όνομα, δίχως ταυτότητα. Είναι απ’ αυτές τις σπάνιες στιγμές που παύεις να υπάρχεις, και απλά ΕΙΣΑΙ το σύμπαν, ένα, ενιαίο…

Ακούω τον ήχο της μηχανής και πέρα μακριά βλέπω και τα φώτα ενός αυτοκινήτου που έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση, και αναγκάζομαι να επιστρέψω στην κατά κάποιο τρόπο ψεύτικη πραγματικότητά μας, και ν’ ανάψω τα φώτα. Ξαναθυμάμαι ότι κάνει κρύο, αλλά ευτυχώς νιώθω καλά, αρκεί βέβαια να μην σταματήσω το πετάλι. Ο δρόμος είναι ελαφρά ανηφορικός στο οροπέδιο, και σε λίγο φτάνω στην ταβέρνα και τον χώρο αναψυχής της Αρβανίτσας.

Αποδεικνύεται ότι η απόφαση να μην κοιμηθώ εδώ είναι η σωστή, καθώς το κρύο θα ήταν ταλαιπωρία με την κούραση που έχω. Λίγο ακόμα και αρχίζει ο κατήφορος για Αγία Άννα. Θέλει προσοχή καθώς το οδόστρωμα έχει πολλά σπασίματα και λακκούβες, σε πολλά σημεία. Όμως κατεβαίνοντας νιώθω την θερμοκρασία ν’ ανεβαίνει αισθητά, ενώ ταυτόχρονα αρχίζει να φυσάει. Ο άνεμος είναι νοτιοδυτικός, προερχόμενος από τον Κορινθιακό, κι έτσι εξηγείται η άνοδος της θερμοκρασία. Με ταλαιπωρεί καθώς τον περισσότερο καιρό τον έχω πλάγιο, και οι ριπές του διαταράσσουν την ισορροπία μου.

Συγκεντρώνομαι για να μην πέσω. Λίγο ακόμα θέλω για ν’ αρχίσει η τελευταία κάθοδος της ημέρας προς το σημείο ξεκούρασης, και η σκέψη αυτή βοηθάει την υπομονή μου. Είναι 22:00, θα είμαι εκεί σε κάνα μισάωρο, και σε κάθε περίπτωση πριν τις 23:00.

Παγούρια στην Αγία Άννα

Στην Αγία Άννα γεμίζω τα παγούρια μου, και ξεκινάω ταρακουνημένος για ένα τελευταίο, ανεμοδαρμένο ανηφοράκι σε ανοιχτό πεδίο, με τα κόκκινα φωτάκια των ανεμογεννητριών να αναβοσβήνουν στην κορυφή της καθεμίας, ενώ οι ίδιες εκπέμπουν έναν δυνατό ήχο σαν ρυθμικό βουητό, καθώς η πτερωτή τους σχίζει την ατμόσφαιρα. Μα που βρέθηκε όλος αυτός ο αέρας, γμτ!?!

Τελειώνει η ανηφόρα και αρχίζει το κατέβασμα. Κι ενώ ανακουφίζονται τα πόδια μου, εγκέφαλος, χέρια και κορμός δουλεύουν συντονισμένα για να κρατήσουν το ποδήλατο στο δρόμο με τον αέρα να κοπανάει πλαγιομετωπικά. Κάποια στιγμή ο δρόμος κάνει μια φουρκέτα, και στρίβω παίρνοντας βορειοανατολική κατεύθυνση, ακριβώς παράλληλα με τον αέρα.

Ξαφνικά, κι ενώ κινούμαι με 40-50 χλμ την ώρα στην κατηφόρα, όλα γύρω μου είναι ήρεμα. Βρίσκομαι σε μια φούσκα γαλήνης μέσα στην τρικυμία, κι επικρατεί μια απόκοσμη ησυχία στα αυτιά μου… Μέχρι που να ξαναστρίψω και ν’ αρχίσει εκ νέου το κοπάνισμα.

Τέλος πάντων, τα φώτα της Θίσβης είναι κοντά και σε λίγο την φτάνω. Μέσα στον οικισμό κόβει ο αέρας ανάμεσα στα σπίτια. Ανεβαίνω ένα ανηφοράκι και σταδιακά μπαίνω στη Δομβραίνα. Τα δύο χωριά είναι κολλητά.

Ύπνος στη Δομβραίνα

Διασχίζω τη Δομβραίνα, διαπιστώνοντας με έκπληξη ότι έχει κόσμο στο δρόμο. Μετά από ένα μικρό ανηφοράκι βγαίνω από το χωριό, και σε λίγο βγαίνω και στον κεντρικό μεγάλο δρόμο που έρχεται από τις παραλίες. Θυμάμαι ότι κάπου πιο κάτω έχει μία εκκλησία με μεγάλο προαύλιο, και πράγματι την βλέπω μετά από κάνα-δυο χιλιόμετρα, εκεί, απέναντι του δρόμου.

Μπαίνω μέσα στο προαύλιο, ακουμπάω το ποδήλατο και περπατάω περιμετρικά, ψάχνοντας για βρύση. Στον ανατολικό τοίχο βρίσκω μία. Γυρνάω το χερούλι, έχει νερό. Τέλεια! Η ώρα είναι 22:50.

Φέρνω ποδήλατο από την πίσω πλευρά, για να μην φαίνομαι από το δρόμο, κι αρχίζω το ξεφόρτωμα. Λίγο από την κούραση, λίγο από την ενόχληση που μια πλευρά του χώρου μυρίζει κερί, καθυστερώ τη διαδικασία, η οποία τελικά γίνεται με πολύ αργές κινήσεις.

Μόλις αλλάζω στα καθαρά ρούχα κατασκήνωσης τέλος πάντων, στήνω το ίδιο αργά την κουζίνα από την άοσμη πλευρά στο πάτωμα, που σχηματίζει πεζουλάκι με το χαμηλότερο φυσικό έδαφος, και κάθομαι να μαγειρέψω.

Η γαστρονομική εμπειρία είναι μια επανάληψη της προηγούμενης νύχτας, οπότε ας προσπεράσουμε τις λεπτομέρειες. Τελειώνοντας με λίγη σοκολάτα, πλένω πρόχειρα το σκεύος να είναι έτοιμο το πρωί, ρυθμίζω το ξυπνητήρι για τις 05:00 και πέφτω απευθείας για ύπνο σε υπνόσακο εντός bivy που έχω ακουμπήσει πάνω στο χορτάρι του προαυλίου. Απόψε δεν έχει ενδορφίνες, αποκοιμιέμαι ακαριαία…

Leave a Reply

Your email address will not be published.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Check Also

Πώς μπορούμε να γίνουμε πιο αεροδυναμικοί;

Αν και μπορεί να είναι δελεαστικό να ξοδέψουμε χρήματα για να γίνουμε πιο «αεροδυναμικοί»,…