Το κείμενο που ακολουθεί δεν είναι ούτε σύντομο (θα προσπαθήσω να είναι), ούτε εύπεπτο. Απευθύνεται σε αυτόν που ενδιαφέρεται για συναρπαστικές διαδρομές στα δύσβατα μονοπάτια του ανθρώπινου ψυχισμού. Και για μια πιο μεγάλη και βαθιά ενδοσκόπηση στα άδυτα πάθη της ανθρώπινης φύσης.

Ο αρχαίος Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος μέσα σε άλλες πολλές υπαρκτικές αλήθειες μας άφησε και μία ακόμα. Είπε ότι «φυσικώς και αδιδάκτως το ζώον φεύγει μεν την αλγηδόνα, διώκει δε την ήδονήν». Που σημαίνει ότι οποιοδήποτε ζωντανό πλάσμα, από τη φύση του και χωρίς κανείς να του το διδάξει, προσπαθεί να αποφύγει την ταλαιπωρία και επιδιώκει την ευχαρίστηση.

Η αναζήτηση, λοιπόν, της ευκολίας είναι έμφυτη στον άνθρωπο. Από τη φύση μας είμαστε φτιαγμένοι και προορισμένοι να την αναζητάμε και να την επιδιώκουμε και ταυτόχρονα να αποφεύγουμε όσο μπορούμε τη δυσκολία. Η διαπίστωση του Εμπεδοκλή είναι τόσο έντονα αληθινή που, ειδικά στη σημερινή εποχή, έχει πάρει χαρακτήρα μαζικό και οι κοινωνίες έχουν αναπτύξει έναν νέο τρόπο ζωής που τον λέμε ευδαιμονισμό.

Ο ευδαιμονισμός στις μέρες μας αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό του τρόπου ζωής των ανθρώπων και προβάλλεται από παντού ως το υπέρτατο αγαθό. Βρίσκει δε ευήκοα ώτα στον άνθρωπο του αιώνα μας που λειτουργεί προγραμματισμένος να κάνει τρία πράγματα: να δουλεύει, να τρώει και να ποστάρει. Με αυτά θεωρεί ότι εκπληρώνει τον όποιο σκοπό μπορεί να έχει η ζωή, με αυτά θεωρεί ότι είναι χαρούμενος και πλήρης την ώρα που βουλιάζει στον καναπέ τσεκάροντας το κοντινότερο e-food.

Η χαρά αυτή, ωστόσο, είναι ψευδεπίγραφη και μάλλον κατ’ επίφασιν μιας και κοντεύει πια να αποδειχτεί ότι ο δυτικός τρόπος ζωής με τη συνεχή παροχή ευκολιών δεν οδηγεί στην πλήρωση και στην ολοκλήρωση του ανθρώπου αλλά, με μαθηματική ακρίβεια, στην κατάθλιψη και στις πάσης φύσεως ψυχικές ασθένειες.

Ο ευδαιμονισμός καλύπτει το τοπίο της ζωής μας με αυτό που στη Φιλοσοφία της Ύπαρξης κάποιοι ονόμασαν οντολογική ομίχλη. Ο άνθρωπος που ζει μέσα στην οντολογική ομίχλη δεν έχει πραγματική εικόνα της ζωής, δεν χαίρεται την ύπαρξή του, δεν αγωνίζεται να βρει απαντήσεις για τα ερωτήματα της ζωής, δεν βιώνει τις συνεχόμενες εναλλαγές των εποχών του βίου του. Το μόνο που βιώνει είναι ένα σταθερά ομιχλώδες και μουντό περιβάλλον που καλύπτει τον ήλιο και την αλήθεια της ύπαρξης. Ο άνθρωπος που ζει μέσα στην οντολογική ομίχλη είναι στην πραγματικότητα ένας νεκρός άνθρωπος. Αυτόν τον άνθρωπο είδαν οι ποιητές και τον περιέγραψαν και απελπίστηκαν, αυτόν τον άνθρωπο είδε ο ποιητής Έλιοτ στη γέφυρα του Λονδίνου.

Εκατομμύρια άνθρωποι γύρω μας ξυπνούν το πρωί και τρέχουν για τη δουλειά τους. Να πετύχουν τον στόχο της οικονομικής και κοινωνικής τους βελτίωσης, αλάνθαστα και πλήρως προγραμματισμένα και λειτουργικά γρανάζια μιας καλοσυντηρημένης μηχανής που παράγει φορολογούμενους και ευτυχισμένους δυστυχείς. Έτσι περνούν τις μέρες της ζωής τους, γεμίζοντας τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς με μηδενικά, το στομάχι τους με φαγητά – σκουπίδια και τον εσωτερικό τους κόσμο με θεάματα υποκουλτούρας στην τηλεόραση. Αυτούς ακριβώς τους ανθρώπους είδε ο ποιητής να προχωρούν στη γέφυρα του Λονδίνου και δεν είδε ζωντανούς παρά νεκρούς να περπατάνε. Τότε ήταν που παρατήρησε με έκπληξη και απορία:

«Δεν το ‘χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς».

Ο γερμανός φιλόσοφος Μάρτιν Χάιντεγγερ διαχώρισε κάποτε τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες. Σύμφωνα με αυτόν, η πρώτη κατηγορία είναι ο «δημώδης υποστασιακός τύπος» (Man). Είναι εκείνοι οι άνθρωποι οι κατεξοχήν απορροφημένοι στην ικανοποίηση των μεγάλων αναγκών που τους δημιουργεί ο σύγχρονος τρόπος ζωής και που περνούν τις μέρες τους ζητώντας την ευκολία και την άνεση. Οι άνθρωποι αυτοί είναι οι Πλείστοι, δηλαδή η απόλυτη πλειοψηφία των ανθρώπων του αιώνα μας.

Η δεύτερη κατηγορία είναι «η με αυθεντικό τρόπο εννοούμενη ύπαρξη» (Existenz). Πρόκειται για τους Ελάχιστους. Αυτοί αντιστρέφουν το σχήμα που περιέγραψε ο Εμπεδοκλής και δεν ζητούν την ευκολία, αλλά τη δυσκολία. Ο τρόπος που σκέφτονται και ζουν είναι έξω από τον τρόπο που σκέφτεται και ζει ο πολύς κόσμος. Κάποιος που γνωρίζει ή έχει μελετήσει την αρχαία ελληνική γραμματεία, θα συμφωνούσε ότι αυτοί οι Ελάχιστοι ζουν έχοντας την κατανόηση του τραγικού βιώματος.

Τραγικό βίωμα θα πει ότι ο άνθρωπος ξέρει ότι η ζωή του είναι να ταξιδεύει μέσα στα στενά των Συμπληγάδων. Ότι μαζί με τη χαρά υπάρχει και η λύπη. Μαζί με το φως έρχεται και το σκοτάδι. Και πως τον δρόμο που τραβάει με θόρυβο το τραγούδι, ακολουθεί ήσυχα το μοιρολόι.

Οι Ελάχιστοι είναι εκείνοι οι λίγοι εκλεκτοί πρίγκιπες των ανθρώπων που κραδαίνοντας το φωτόσπαθο της οργής και της ιερής τρέλας καβαλάνε το άτι της ερημιάς και της απόγνωσης και ξεχύνονται μπροστά να διαλύσουν το σύννεφο της οντολογικής ομίχλης που ζούσαν μέχρι τότε.

Στα μάτια τους αποκαλύπτεται ο ήλιος της αλήθειας που φωτίζει τώρα τη ζωή τους και τους κάνει να τη βλέπουν διαφορετικά. Πολλοί δεν αντέχουν. Γιατί ποιος άντεξε σαν είδε ήλιο αποβραδίς κι άστρο το μεσημέρι; Οι Ελάχιστοι είναι η μειοψηφία των ανθρώπων της εποχής μας και της κάθε εποχής.

Η ζωή όλων μας έχει ένα κοινό σημείο, ένα μόνο κοινό σημείο που ενώνει όλα τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων που έζησαν για λίγο ή για πολύ πάνω σε αυτόν τον πλανήτη. Είναι το γεγονός ότι όλοι μας γεννιόμαστε ως Πλείστοι. Η θάλασσα, η σκοτεινή άβυσσος απ’ όπου ερχόμαστε, που λέει ο Καζαντζάκης, μας βγάζει όλους σε κείνο το νησί που είναι η ζωή μας. Αποβιβαζόμαστε από το καράβι της ανυπαρξίας μας, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, και ξεκινούμε τη μεγάλη περιπέτεια του βίου μας όλοι ανεξαιρέτως χωρίς διακρίσεις ισάξιοι και ισότιμοι.

Γεννιόμαστε και αρχίζουμε τη ζωή μας όλοι μας στην ίδια κατηγορία. Ανήκουμε στους Πλείστους. Ωστόσο, όσο η ζωή προχωράει και η μέριμνα, ο τρόπος ζωής του αιώνα μας και κάθε αιώνα δηλαδή, αρχίζει και καταπίνει τον έναν συνάνθρωπο μετά τον άλλο, τους συνοδοιπόρους μας, δηλαδή, έρχεται η ώρα που ένας από τους ανώνυμους Πλείστους ξεκινάει το μεγάλο αγώνα να περάσει από την άλλη πλευρά. Να φύγει από τη μάζα και να γίνει ένας από τους Ελάχιστους.

Αυτός είναι που διαφέρει από τους άλλους. Γιατί τον τρώει η μέσα του ανάγκη να ζήσει την αλήθεια της ζωής. Βλέπει τους γύρω του να βουλιάζουν διαρκώς στις επιταγές της κατανάλωσης και του ευδαιμονισμού και παίρνει τον δρόμο της φυγής. Βγάζει φωνή στην ερημιά και δεν είναι κανείς να τον ακούσει. Ολόκληρη η ζωή του είναι τώρα ένας διαρκής αγώνας, ένας συνεχόμενος Ανήφορος στο Όρος της Αυτογνωσίας του που η κορφή της είναι κρυμμένη στα σύννεφα και πάντα χιονισμένη.

Ο Ανήφορος είναι ο δρόμος που θα διαλέξει εκείνος που αποφάσισε να τραβήξει το δύσκολο μονοπάτι και να υπερνικήσει τη φυσική του τάση προς την ευκολία.

Ο Ανήφορος είναι ο δρόμος της ζωής εκείνου που σε χαλεπούς καιρούς επέλεξε να αφήσει τις μάζες των ανθρώπων που μπορεί να έχουν χέρια και πόδια και νου αλλά στην ουσία τους ποτέ δεν ξεκόρμισαν από το ζώο, ενώ αυτός στάθηκε αληθινός άνθρωπος και αγωνίστηκε πολύ για να παραμείνει τέτοιος.

Ο Ανήφορος εξυψώνει τον άνθρωπο γιατί τον παίρνει από τα ριζώματα και τον βάλτο της ζωής και τον ανεβάζει σε ακρώρειες που λίγοι ονειρεύτηκαν και ακόμα λιγότεροι πάτησαν.

Ο Ανήφορος είναι που οδηγεί έξω από την οντολογική ομίχλη και που αποτελεί για πάντα μια πρόκληση για τον κάθε αγωνιζόμενο άνθρωπο, εν προκειμένω και ποδηλάτη, να σπάσει τα δεσμά του ευδαιμονισμού, να κυνηγήσει όχι την ευκολία αλλά τη δυσκολία και να περάσει από τους μυριάδες Πλείστους στους μετρημένους Ελάχιστους, από το Man στην Existenz, από την ανυπαρξία στην ύπαρξη.

Δύσκολος δρόμος, ε! Μια Super Randonee ζωής, πες.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.