Τα βουνά αυτά σε υποβάλλουν από την πρώτη στιγμή με το μεγαλείο και τη άγρια ομορφιά τους. Γι αυτό ή τα αγαπάς κι επιστρέφεις ή δεν ξαναπάς ποτέ.
Αν τα αγαπήσεις θα δεις να σου ανοίγονται και να σου προσφέρουν απλόχερα την εμπειρία που λέγεται Άγραφα. Γιατί τα Άγραφα δεν τα επισκέπτεσαι. Τα Άγραφα τα ζεις.
Τώρα την άνοιξη η φύση ξαναγεννιέται με τρομακτική δύναμη. Νερά τρέχουν από τις σχισμές των βράχων. Το βουητό από τα ποτάμια συντροφεύει κάθε σου βήμα. Στο δάσος βλέπεις όλες τις αποχρώσεις του πράσινου. Σε κάθε στροφή του δρόμου κι ένα άλλο χωριουδάκι σκαρφαλωμένο στις απότομες πλαγιές. Σε κάθε στροφή του δρόμου και μια άλλη μοναδική εικόνα από τα άγρια βουνά.
Εκτός από τις κορυφές και τα δάση όμως αξίζει να παρατηρήσεις και την ανθρώπινη παρουσία. Στα απομεινάρια της, χαμένα στο δάσος σε ερειπωμένους οικισμούς και στα χωριά με τους λιγοστούς κατοίκους που αγωνίζονται για επιβίωση.
Σκληρή ζωή, σκληρές συνθήκες, αν δεν είσαι κι εσύ έτσι φτιαγμένος δεν επιβιώνεις. Οι πιο πολλοί διάλεξαν τη φυγή. Οι λιγοστοί που επέλεξαν να μείνουν και να παλέψουν με την άγρια φύση, τη λήθη και τη μοναξιά, με τα σκαμμένα πρόσωπα και τα ροζιασμένα χέρια, θυμίζουν πολεμιστές που ενώ ξέρουν ότι η μάχη έχει χαθεί, αυτοί συνεχίζουν.
Κάθε φορά που πηγαίνω, ακούω στο καφενείο να μιλάνε για κάποιον ηλικιωμένο που έφυγε, για μια καμινάδα που δεν θα “ξανακαπνίσει” ποτέ. Και κάθε άνοιξη, σαν το προσκλητήριο στο στρατό, περιμένουν να δουν πόσα παραθυρόφυλλα θα ανοίξουν. Αν κάποιο δεν ανοίξει, καταλαβαίνουν…
Έτσι είναι τα Άγραφα. Και είναι επιλογή σου αν θα τα αγαπήσεις.
Αν θα τα επισκεφτείς μόνο ή αν θα τα ζήσεις.
Μερικές φωτογραφίες και πολλές ευχαριστίες στον Βασίλη και στη Μαίρη για αυτό το μικρό και τόσο ξεχωριστό “ταξίδι”.
