Εδώ και μερικές μέρες ο πόνος στον αριστερό ώμο επανήλθε δριμύτερος. Με είχε αφήσει μερικούς μήνες, αλλά να’ μαστε πάλι εδώ! Τα πρωϊνά δυσκολεύομαι να σηκωθώ από το κρεβάτι και καμιά φορά ξυπνάω -όπως σήμερα το πρωί στις 05:30- από τους πόνους…

Τι φταίει; Τα έπιπλα που μετακίνησα τις προηγούμενες εβδομάδες, τα καλοκαιρινά πράγματα που πήγα στην αποθήκη, οι πρωινές υγρασίες και η ομίχλη στα βουνά, και φυσικά ακόμα ένας χειμώνας που φορτώνομαι στις πλάτες μου. Ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω, μόνο συνεχίζει μπροστά…

Δευτέρα σήμερα και η δουλειά βγήκε με δυσκολία. Το πρωί με άσσο στο θερμόμετρο και ομίχλη, ενώ στις 11 ηλιοφάνεια και 12 C. Δεν είναι να τρελαίνεσαι; Και φυσικά σκεφτόμουν μια βόλτα με το ποδήλατο. Η δυσκολία όμως να στρίβω το τιμόνι λόγω του ώμου με αποθάρρυνε και προσπαθούσα να σκεφτώ λογικά. Πλησιάζοντας όμως σπίτι, άφησα τη λογική να πέσει κάτω στην άσφαλτο και πάτησα το γκάζι για να κερδίσω χρόνο.

Έφτασα σπίτι, ετοίμασα ρούχα και ποδήλατο και στις 15:30 πατούσα το πεντάλ. Ας με πονούσε μετά ο ώμος, τώρα θα έκανα ποδήλατο!

Λόγω χρόνου, σχεδίαζα να κάνω την κλασσική 30αρα πατώντας δυνατά για μια ώρα. Ξεκίνησα στο ρυθμό μου, με τον ώμο να με ενοχλεί ελάχιστα. Θυμήθηκα εκείνο τον αγώνα που είχα πτώση με 40 χαω και είχα ρήξη συνδέσμου στον αριστερό ώμο (ναι αυτόν που πονάει), και σκέφτηκα “εδώ έβγαλα το μισό αγώνα, στα αίματα, δεν θα μπορώ να κάνω σήμερα τη βόλτα μου;”

Και ως δια μαγείας, κατά τη διάρκεια της διαδρομής, πονούσα ελάχιστα. Ο άνεμος ανεπαίσθητος, ο ήλιος δυνατός, η θερμοκρασία σταθερά στους 8 C. Με λίγα λόγια, καταπληκτικός καιρός για Δεκέμβριο.

Μετά από καμιά 10ρια χιλιόμετρα που ζεστάθηκα, ανέβασα τέμπο κρατώντας σταθερά 145-155 παλμούς. Πατούσα δυνατά, ρουφούσα τον δροσερό αέρα, οι χιονισμένες κορυφές στο βάθος, και ήρθε στο μυαλό μου -όπως συνήθως έρχεται στις βόλτες μου- ο Γιωργάκης. “Πατάω καλά;” τον ρώτησα “Ναι ρε, καλά πας, συνέχισε” με διαβεβαίωσε με εκείνο το μισό χαμόγελο που είχε πάντα, όταν μου μιλούσε.

Συνέχισα σταθερά, δυνατά, αναπνοές κανονικές, παλμοί σταθεροί, τα πόδια δεν γαλάκτωναν, το τοπίο μαγευτικό. Όλη η αρνητική ενέργεια της μέρας έλιωνε κάτω από τον χειμωνιάτικο ήλιο, η ψυχή μου φόρτιζε από τα βατ που έβγαζαν τα πόδια μου.

Στο μεγαλύτερο κομμάτι της διαδρομής, είχα μια σταθερή ανωφέρεια περίπου στο 1-2% και ήξερα ότι μετά θα μπορούσα να ανεβάσω ταχύτητα. Δεν ανησυχούσα όμως γιατί ο Γιωργάκης θα μου έκοβε αέρα. Πάντα το έκανε και ακόμα και τώρα συνεχίζει να με βοηθάει στις μοναχικές μου βόλτες, που πλέον γίνονται ο κανόνας.

Αλλά δεν με πειράζει. Μου θυμίζει πριν μερικά χρόνια που έβγαινα μόνος, γράφοντας πολλές ώρες πάνω στη σέλα. Τώρα πλέον με τη δουλειά, οι βόλτες είναι περιορισμένες αλλά… “Έλα πάμε λίγο!” μου φώναξε, γυρίζοντας αριστερά το κεφάλι του και κοιτώντας με επιτακτικά. Αυτό σήμαινε ότι θα ανεβάζαμε ρυθμό, όπως και κάναμε.

Μπήκαμε στο καινούργιο δρόμο, περάσαμε τις γραμμές και ξεκίνησε η μεγάλη επιστροφή. Πλέον οι ανωφέρειες είχαν τελειώσει, οι μεγάλες ευθείες ξεκινούσαν και το κοντέρ θα έμενε ξεχασμένο στα 32-34-37 χαω.

Πιάνεις χαμηλά τα drops, προσπαθείς να “συρρικνώσεις” το σώμα σου γύρω από το πλαίσιο, το κεφάλι χαμηλά πάνω από το κοντέρ, σκύβεις και πατάς δυνατά. Drops, χαμηλά και πατάς δυνατά. Και όλα γύρω σου αρχίζουν και ζαρώνουν, μεταμορφώνονται, σαν να είσαι μέσα σε μια φυσαλίδα ενέργειας και τίποτα άλλο δεν μπορεί να σε αγγίξει. Είσαι ακόμα εκεί, αλλά και δεν είσαι… Drops, χαμηλά και πατάς δυνατά. Αυτή η ιεροτελεστία της ταχύτητας σε μεταφέρει σε άλλη διάσταση, σε απελευθερώνει, σε ένα παρόν που η καθημερινότητα, τα βάσανα, οι σκέψεις, όλα αυτά που σε βαραίνουν, εξαϋλώνονται.

Περάσαμε τον τελευταίο κόμβο, ακόμα 10 χλμ, ο ήλιος άγγιζε την απέναντι βουνοκορφή πάνω από την πόλη. “Να σε αλλάξω;” του φώναξα. “Όχι ρε, φτάνουμε” μου απάντησε χωρίς καν να γυρίσει το κεφάλι. Ποτέ δεν ήθελε να δίνει αλλαγές, πάντα ήθελε να είναι μπροστά για να μας βοηθάει. Οπότε έμεινα κολλημένος στη ρόδα του.

Μπήκαμε στην τελική ευθεία. Σε λίγο θα βγαίναμε στην επόμενη έξοδο για να πάμε σπίτι. Πλέον τα πόδια είχαν βαρύνει, το κοντέρ κρατιόταν με δυσκολία στα 30 χαω. Ασυναίσθητα, κοίταξα αριστερά τον ήλιο που χανόταν πίσω από την βουνοκορφή και στιγμιαία νόμισα ότι είδα εκεί πάνω το Γιωργάκη, να μου κλείνει παιχνιδιάρικα το μάτι, χαμογελώντας εκείνο το παιδικό χαμόγελο του.

Τον αποχαιρέτησα και συνέχισα πλέον μόνος. Έφτασα σπίτι, το κρύο ήταν διαπεραστικό και το κατάλαβα όταν κατέβηκα από τη σέλα. Ίσως γι’ αυτό απολαμβάνω πλέον τις μοναχικές μου εξορμήσεις, γιατί στην πραγματικότητα δεν είναι και ποτέ δεν πρόκειται να είναι μοναχικές…

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Check Also

Ale Klimatik για ακραίες συνθήκες – Δοκιμή

Εδώ πάνω στη Φλώρινα, μετά το Νοέμβριο και το τέλος του φθινοπώρου, οι συνθήκες αγριεύουν.…