Share on Facebook Share on Twitter Αθλητική ψυχολογία, προπονητές, επιστήμονες, εργομετρικοί έλεγχοι, διατροφή και τα μέσα για την ποσοτικοποίηση της προσπάθειας: Καθένας από αυτούς τους παράγοντες έχει παίξει ρόλο στην αλλαγή του τρόπου με τον οποίο προπονούνται οι ποδηλάτες. Αλλά πόσο έχει βελτιωθεί η προπόνηση; Ένα πράγμα που πάντα κυριαρχούσε και το οποίο παραμένει εξίσου σημαντικό σήμερα είναι «το να βάζουμε χιλιόμετρα στα πόδια μας». Βάζοντας πολλά χιλιόμετρα Η χρήση πολλών χιλιομέτρων, ήταν η κατευθυντήρια αρχή κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’40, και εξακολουθεί να συνιστάται σήμερα. Ο Shane Sutton, σαν τεχνικός διευθυντής της Βρετανικής Ποδηλασίας, έχει μια γενική συμβουλή: «Προπονηθείτε 16 ώρες την εβδομάδα, κάθε εβδομάδα. Δεν έχει σημασία το πώς κάνετε αυτές τις 16 ώρες, αλλά θα βελτιωθείτε». Είναι πραγματικά τόσο απλό; Η λογική των πολλών χιλιόμετρων, παραμένει χαρακτηριστικό της προπόνησης των ελίτ αθλητών. Τι το κάνει τόσο αποτελεσματικό; Οι μελέτες δείχνουν ότι ο όγκος της προπόνησης, έχει άμεση επίδραση στις φυσιολογικές προσαρμογές που στηρίζουν τη φυσική κατάσταση. Αυτές περιλαμβάνουν αύξηση του όγκου του αίματος και του συνολικού αριθμού των ερυθρών κυττάρων, αυξημένη καρδιακή παροχή και αύξηση της πυκνότητας των τριχοειδών και των μιτοχονδρίων στους μυς. Κάνοντας πολλά χιλιόμετρα, οδηγεί σε πολλές προσαρμογές. Είναι κάτι γενικό, αλλά λειτουργεί. Στην δεκαετία του ΄50, οι δρομείς είχαν καταλάβει ότι η βελτίωση της απόδοσης δεν ήταν μόνο τα περισσότερα χιλιόμετρα. Οι Σουηδοί αθλητές άρχισαν να κυριαρχούν, χάρη στη χρήση μιας μεθόδου που ονομάζεται fartlek, που σημαίνει «παιχνίδι ταχύτητας» – μεταβάλλοντας το ρυθμό και συμπεριλαμβάνοντας εκρήξεις ταχείας εκτέλεσης. Στη συνέχεια, ένας Αυστριακός προπονητής στίβου, ο Franz Stampfl, ανέπτυξε την διαλλειματική προπόνηση. Ο Roger Bannister κατέβασε το χρόνο στο μίλι κάτω από τα 4’ το 1954, έχοντας χρησιμοποιήσει διαλλειματικές. Δεν υπήρχε χρόνος για προπόνηση Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 60 και του ’70, οι περισσότεροι επαγγελματίες ποδηλάτες ήταν πολύ απασχολημένοι με αγώνες, για να κάνουν μεγάλες προπονήσεις. Ο Βρετανός Barry Hoban, νικητής εταπ του Γύρου Γαλλίας δηλώνει «Κάναμε προπόνηση μόνο τον Ιανουάριο. Αγωνιζόμασταν από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Οκτώβριο και μετά κάναμε περίπου έξι ημέρες μέχρι το τέλος Νοεμβρίου. Σταματούσαμε για ένα μήνα, και στη συνέχεια προπονούμασταν κάθε μέρα μέχρι τον Ιανουάριο». «Θα πηγαίναμε στη νότια Γαλλία τον Φεβρουάριο, όπου θα υπήρχαν τρεις αγώνες την εβδομάδα, και κάναμε ομαδικές προπονήσεις στο μεταξύ. Πραγματοποιούσαμε όλους τους κλασσικούς, τους αγώνες μιας εβδομάδας, μετά το Tour de France, μετά τα διάφορα σιρκουϊ και συνεχίζαμε μέχρι τον Οκτώβριο στο Tour of Lombardy. Δεν υπήρχε χρόνος για προπόνηση». Δυστυχώς, οι επαγγελματίες της γενιάς του Hoban έπρεπε να αγωνιστούν πολύ για να βγάλουν χρήματα. Ωστόσο, οι καλύτεροι μεταξύ τους κατανόησαν την ανάγκη για έλεγχο κατά την προπαρασκευή ενός μεγάλου αγώνα στόχου, όταν θα χρειάζονταν χρόνο για να προπονηθούν. Ο πρώτος επαγγελματίας που κέρδισε 5 Tours de France, Jacques Anquetil, έκανε ειδική προπόνηση για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Ο προπονητής του έγραψε χρονοδιαγράμματα που κάλυπταν τις δύο εβδομάδες μέχρι έναν αγώνα. Αποτελούσαν από γενική ποδηλασία και συγκεκριμένες προσπάθειες ατομικής χρονομέτρησης, που συχνά γίνονταν πίσω από ένα μοτοσικλετιστικό ποδήλατο Derny. Η μέθοδος των πολλών χιλιομέτρων Λίγοι αθλητές προπονήθηκαν με τον τρόπο που γίνεται σήμερα η προπόνηση. Προσδιόρισαν την προπόνηση τους και πήραν την προσέγγιση του Shane Sutton: «Όταν αμφιβάλλετε, κάντε περισσότερα μίλια. Περισσότερο σκληρά μίλια». Ο χρονομετρίστας Mick Bradshaw αναφέρει: «Έκανα μια κανονική νυχτερινή βάρδια 10 ωρών, οπότε από την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους, σηκωνόμουν στις 4 μ.μ., έβγαινα στις 6 μ.μ., έκανα 60 έως 70 μίλια και περνούσα τις πύλες του εργοστασίου στις 9 π.μ. Επέστρεφα στο σπίτι το πρωί, κοιμόμουν μέχρι τις 4 μ.μ. και το επαναλάμβανα από Δευτέρα έως Πέμπτη». «Έτσι έκανα όλη μου την αγωνιστική καριέρα» δηλώνει. «Αργότερα δούλευα την ημέρα, αλλά έκανα ακόμα 70 μίλια σε τρεις ώρες κάθε βράδυ μετά την εργασία. Μου άρεσε πολύ η αίσθηση της πίεσης. Εξακολουθώ να κάνω. Και όλη η προπόνηση γινόταν με δύο ταχύτητες, 42 × 15 το χειμώνα και 42 × 14 το καλοκαίρι». «Ήταν ο μόνος τρόπος που γνώριζα. Το εξήγησα πρόσφατα σε κάποιον στο σύλλογό μου. Το δοκίμασε και λειτούργησε. Φυσικά, θα ήθελα να δοκιμάσω τις νέες μεθόδους που χρησιμοποιούν σήμερα». Πολλοί αναβάτες και προπονητές αντιλήφθηκαν διαισθητικά ότι οι αθλητές θα μπορούσαν να διατηρήσουν ένα σταθερό, αρκετά σκληρό ρυθμό για μια ώρα και ότι η προπόνηση για μικρότερα διαστήματα σε αυτόν τον ρυθμό αύξησε την απόδοση. Ο ρυθμός ήταν το αναερόβιο κατώφλι και εντοπίστηκε σωστά το 1979 από έναν Ιταλό καθηγητή Francesco Conconi, ο οποίος συσχέτισε τα επίπεδα γαλακτικού του αίματος με την απόδοση και τον καρδιακό ρυθμό. Η τεχνολογική εξέλιξη ήταν φορητές συσκευές παρακολούθησης καρδιακού ρυθμού, οι οποίες επέτρεψαν στους προπονητές να ποσοτικοποιήσουν τις εντάσεις προπόνησης σε σχέση με τον καρδιακό ρυθμό. Παρακολούθηση της προόδου Ο Aldo Sassi σπούδασε κάτω από τον Conconi και αργότερα έγινε ένας αξιοσέβαστος προπονητής, αλλά γι’ αυτόν τα μόνιτορ καρδιακού ρυθμού ήταν μόνο ένα βήμα για την αύξηση της ακρίβειας της προπόνησης. Ο Αμερικανός προπονητής Hunter Allen έχει τεράστια εμπειρία χρησιμοποιώντας βατόμετρα, και με τον Andrew Coggan έγραψε το σημαντικό «Πως προπονείσαι και αγωνίζεσαι με βατόμετρο». Ο Allen πιστεύει ότι τα βατόμετρα έκαναν τη μεγαλύτερη αλλαγή ποτέ στην προπόνηση. «Με βατόμετρα μπορούμε να ποσοτικοποιήσουμε με απόλυτη ακρίβεια την προπόνηση που γίνεται. Κατά συνέπεια καταλαβαίνουμε τον τρόπο με τον οποίο η επιβάρυνση της άσκησης επηρεάζει τη φυσική κατάσταση και μπορεί να διασφαλίσει ότι το άτομο βελτιώνεται στη συγκεκριμένη ζώνη, που στοχεύει μια συγκεκριμένη προπονητική. Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να σχεδιάζουμε μια «φόρμα» για τους αθλητές όταν το θέλουν, αντί να μαντέψουν τι πρέπει να κάνουν και να ελπίζουν ότι θα λειτουργήσει». Το βατόμετρο έφερε την μεγάλη αλλαγή. Η παλιά λογική που έκαναν πολλά χιλιόμετρα για δύναμη, αντοχή και βασική φυσική κατάσταση, και που στη συνέχεια χρησιμοποιούσαν αγώνες ως ειδική προπόνηση, αντικαταστάθηκε. Τα βατόμετρα δίνουν τον απόλυτο έλεγχο των προπονήσεων και την παρακολούθηση της φυσικής κατάστασης, πολύ ακριβέστερα από τους αγώνες. Η δύναμη είναι γνώση Οι κορυφαίοι ποδηλάτες σήμερα αγωνίζονται πολύ λιγότερο. Οι προπονητές έχουν πλέον περισσότερες γνώσεις και κατά συνέπεια περισσότερη δύναμη. Πολλοί από τους κορυφαίους αθλητές γνωρίζουν πολύ λιγότερο την προπόνηση τους από ό, τι οι προκάτοχοί τους. Ο προπονητής είναι πλέον το κέντρο γνώσεων. Η εκπαίδευση έχει γίνει όλο και πιο ολιστική, με σχεδόν όλους τους κορυφαίους αθλητές να κάνουν ασκήσεις εκτός ποδηλάτου για δύναμη. Αυτό έχει σχεδιαστεί για να εξαλείψει τις αδυναμίες, να αυξήσει τη μυϊκή δύναμη και την ισχύ ή να βελτιώσει την κινητική αλυσίδα – τη βέλτιστη πυροδότηση των μυϊκών ινών που απαιτούνται για την αποτελεσματική παραγωγή ενέργειας. Συμπέρασμα Είναι πλέον εύκολο να βρείτε έναν προπονητή που σας αρέσει και να εφαρμόσετε το δικό σας προπονητικό πλάνο με τη βοήθεια του. Αλλιώς, η παλιά μέθοδος ακόμα δουλεύει: Βγείτε έξω και κάντε πολλά χιλιόμετρα και διασκεδάστε το!