Στο ημερολόγιο έγραφε 2/9/2020. Ήταν μια ακόμη ηλιόλουστη, φθινοπωρινή Τετάρτη. Η μέρα είχε κυλήσει κανονικά, χωρίς κάτι ιδιαίτερο. Θυμάμαι που λίγο μετά τις 2 το μεσημέρι, τελείωνα τις παραγγελίες στη Φλώρινα και πήγαινα γρήγορα σπίτι, για να ετοιμαστώ για την προπόνηση.

Όσο πήγαινα, σκεφτόμουν ποια διαδρομή θα ακολουθούσα. Αν θα πήγαινα για μια γρήγορη στον κάμπο ή αν θα ανέβαινα στο Βίτσι. Είχα να ανέβω από πέρσι και περιέργως μου είχε καρφωθεί στο μυαλό εδώ και μέρες.

Φτάνοντας, και αρχίζοντας την ετοιμασία είχα ήδη αποφασίσει να ανέβω το βουνό. Όπως αποδείχθηκε, ήταν μια μοιραία επιλογή…

Η ανάβαση προς Βίτσι

Γύρω στις 4 ξεκίνησα. Μετά την Υδρούσα, ο δρόμος ανηφορίζει προς Δροσοπηγή, το τελευταίο χωριό πριν το βουνό. Πήγαινα συντηρητικά, κρατώντας δυνάμεις. Πέρασα τη Δροσοπηγή, όπου η κλίση χαμήλωνε για μερικά χλμ και μετά το παλιό ξενοδοχείο, όπου ξεκινούσε επίσημα η ανάβαση των 12 χλμ για το Βίτσι.

Ξεκίνησα την ανάβαση, και από τα πρώτα χλμ φαινόταν ότι είχα καλά πόδια. Συνέχισα δυνατά και γύρω στις 6 θα έφτανα στην κορυφή, δίπλα στο στρατόπεδο της Αεροπορίας. Θυμάμαι ότι πάγωνα. Έκλεισα μέχρι πάνω το αντιανεμικό και ξεκίνησα την κατάβαση. «Άντε να τελειώνουμε» σκέφτηκα…

Το κακό απαιτεί συνδυασμό πραγμάτων

Μετά το πρώτο χλμ, που δεν έχει ιδιαίτερη κλίση, άρχισαν οι γρήγορες στροφές και αμέσως κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά…

Νόμιζα ότι δεν κατέβαινα γρήγορα – ενώ στην πραγματικότητα κατέβαινα γρήγορα- και άρχισα να πιέζω το όριο σε κάθε επόμενη στροφή. Το φρενάρισμα μου δεν ήταν ομαλό, όπως θα έπρεπε, επειδή φορούσα καινούργια τακάκια και δεν τα είχα ακόμα συνηθίσει. Επιπλέον, ήταν αργά το απόγευμα και οι σκιές είχαν μεγαλώσει, οπότε τα σημεία φρεναρίσματος, εκεί δηλαδή που οριακά έπρεπε να χτυπάω τα φρένα, δεν ήταν τόσο ευδιάκριτα. Συνέχισα να κατεβαίνω, χωρίς να ξέρω τι με περιμένει…

Από την άλλη, ήταν μια κατάβαση που είχα κάνει δεκάδες φορές και την ήξερα όπως την παλάμη μου. Αλλά θα πρέπει να ξέρετε – και αν δεν ξέρετε, διαβάστε το εδώ – το κακό για να γίνει, απαιτεί συνδυασμό πραγμάτων.

Πιέζοντας τα όρια, πέρασα τη βρύση της Αεροπορίας. Πέρασα γρήγορα το εσάκι αριστερά-δεξιά και μπήκα στην παρατεταμένη ευθεία, που κατέληγε στη μία και μοναδική αριστερή φουρκέτα της κατάβασης. Ήδη διένυα τα τελευταία μου δευτερόλεπτα πριν την πτώση.

Η στιγμή της πτώσης

Φτάνοντας στην φουρκέτα, περίπου 100 μέτρα πριν, ο δρόμος έχει μια ελαφρά δεξιά καμπή και εκεί η αρνητική κλίση γίνεται ακόμα μεγαλύτερη. Συνήθως η ταχύτητα φτάνει κοντά στα 60 χλμ/ώρα πριν το φρενάρισμα, και συνήθως το φρενάρισμα ξεκινά σε εκείνο το σημείο.

Εκείνο το απόγευμα του Σεπτεμβρίου, στις 18:19, μετά από ένα περίεργο συνδυασμό πραγμάτων, βρέθηκα να φρενάρω έχοντας περάσει τα 100 μέτρα από την στροφή. Η ταχύτητα μου ήταν μεγαλύτερη από την «κανονική», σύμφωνα με το garmin, ήταν 69.1 χλμ/ώρα!

Ενστικτωδώς χτύπησα δυνατά τα φρένα, ο μπροστινός τροχός κλείδωσε, ο πίσω τροχός σηκώθηκε στον αέρα από τη μεταφορά βάρους. Το κατάλαβα και προσπάθησα να γλιστρήσω τον πίσω τροχό με το πλάι. Για λίγο νόμισα ότι θα γλίτωνα, κλάσματα του δευτερολέπτου μετά βρισκόμουν ανάποδα με το κεφάλι στην άσφαλτο να γλιστράω. Ο πόνος είχε ξεκινήσει…

Μερικά δευτερόλεπτα από την πτώση, λείπουν ακόμα και τώρα. Προφανώς τα διέγραψε ο εγκέφαλος, ως άκρως ακατάλληλα. Θυμάμαι να χτυπάω στην άσφαλτο, να χτυπάω ξανά και ξανά, θόρυβοι από την πτώση και κραυγές πόνου. Μετά από κάποιο διάστημα, να σταματάω πριν τη στροφή. Το ποδήλατο μπροστά μου στο πλάι, εγώ στη μέση του δρόμου ανάσκελα.

Σήκωσα τον κορμό μου, σαν να ξύπνησα από λήθαργο και έπιασα την πίσω ρόδα με το αριστερό χέρι. Ένας οξύς πόνος με διαπέρασε στην κλείδα. «Μάλλον έπαθα ζημιά εκεί» σκέφτηκα, το είχα ξαναπεράσει. Προσπάθησα να σηκωθώ στα πόδια μου. Το δεξί πόδι με άκουγε, το αριστερό όχι. «Θα είναι από το κοπάνημα» σκέφτηκα «θα περάσει…». Βογκώντας πήρα την Αλεξία τηλέφωνο, προσπαθούσα να της πω τι έγινε, αυτή κατάλαβε αμέσως και άρχισε να κλαίει.

Εκείνη τη στιγμή, πέρασε ένα αγροτικό, του έκανα σήμα να σταματήσει. «Τι έγινε;» «Έπεσα με το ποδήλατο, αν μπορείς κάλεσε ασθενοφόρο» του είπα ή κάτι ανάλογο.

Όντως ο άνθρωπος σταμάτησε και προσπαθούσε να βρει σήμα στο κινητό να καλέσει ασθενοφόρο. Πίσω μου ήταν ένα μικρό πεζούλι. Πονούσα παντού, τα χέρια και τα πόδια μου ήταν σκισμένα από το σύρσιμο, το κεφάλι μου βούιζε. Σκέφτηκα να κάτσω εκεί να περιμένω. Όταν κάθισα, ένοιωσα τη λεκάνη μου να κουνιέται, σαν να ήταν 2 κομμάτια ξεχωριστά. Τότε άρχισα να συνειδητοποιώ ότι ίσως είχα σπασίματα…

Στην εντατική

Περίπου 45΄ μετά, το ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ σταματούσε μπροστά μου. Πέρασαν αρκετά λεπτά για να με φορτώσουν στο φορείο, γιατί από τους πόνους δεν μπορούσα να κουνηθώ. Με έδεσαν καλά και με φόρτωσαν. «Να πάρουμε το ποδήλατο..» «Δεν μπορούμε κύριε να το φορτώσουμε». «Θα το πάρω εγώ σπίτι μου», απάντησε ο καλός Σαμαρείτης, που μέχρι τώρα δεν θυμάμαι το όνομα του. Ευχαριστώ για όλα φίλε.

Θυμάμαι να κουνιέμαι από τις στροφές, σφιχτοδεμένος πάνω στο φορείο, να κοιτάω συνεχώς πάνω τα φώτα του ασθενοφόρου. Ένα διαφορετικό ταξίδι, μια διαφορετική κατάβαση είχε ξεκινήσει. «Τι θα γίνει τώρα; Τι ζημιά έχω πάθει;» Αναπάντητα ερωτήματα, ο πόνος υπαρκτός αλλά όχι ανυπόφορος (ήμουν ακόμα ζεστός).

Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι φτάσαμε στο νοσοκομείο. Οι πόρτες άνοιξαν, με κατέβασαν και η Αλεξία κάτι μου ψιθύρισε. Δεν κατάλαβα τι είπε, αλλά κατάλαβα πως το είπε και ένοιωσα καλά.

Με έβαλαν κατευθείαν σε ένα δωμάτιο, που αργότερα κατάλαβα ότι ήταν η εντατική. Ήταν σαν μια τηλεόραση που έχεις στο αθόρυβο και μετά ανοίγεις απότομα την ένταση. Νοσοκόμες, γιατροί, να μιλούν, να περιφέρονται γύρω μου, να μου τραβάνε τα πόδια, να με ρωτάνε συνεχώς και εγώ να σκέφτομαι γιατί δεν με αφήνουν ήσυχο… Η Αλεξία που ήταν απέξω από το παράθυρο, μου είπε αργότερα ότι τους φώναζα συνεχώς. Εγώ δεν μπορούσα να το καταλάβω, ήταν προφανώς το σοκ της πτώσης, που έβγαινε εκείνη τη στιγμή. Θυμάμαι καθαρά το γιατρό να μου λέει «κούνησε το αριστερό πόδι σου» και εγώ να επιμένω «ΔΕΝ μπορώ να το κουνήσω….».

Η μεγαλύτερη ποδηλατική περιπέτεια της ζωής μου

Με φόρτωσαν σε ένα φορείο, με έβγαλαν έξω, μια γρήγορη ματιά και ένα σφίξιμο στο δεξί χέρι από την γυναίκα μου. «Δεν χρειάζεται να έρθετε μαζί μας, τον πάμε για ακτίνες» και με έσπρωξαν απότομα στο βάθος του διαδρόμου.

Μερικές ακτίνες και μια αξονική αργότερα, βρισκόμουν πάνω σε ένα λευκό κρεβάτι, στην γωνία ενός άδειου δωματίου στη Χειρουργική κλινική του νοσοκομείου.

Η μεγαλύτερη ποδηλατική περιπέτεια της ζωής μου

Στο δεξί μου χέρι, είχα 2 πεταλούδες, παυσίπονο για τους πόνους, ο αριστερός δείκτης που πονούσε, μαγκωμένος από το οξύμετρο – μέχρι σήμερα ο πόνος από την πτώση στο δείκτη παραμένει. Αυτοκόλλητα στο στήθος και το μόνιτορ στα αριστερά μου να βουίζει. Και εγώ, σε πλήρη ακινησία, με το μυαλό μου ακόμα πάνω στο βουνό, να προσπαθώ να καταλάβω τι γίνεται. Ο προσωπικός μου Γολγοθάς είχε ξεκινήσει.

10 μέρες και 10 νύχτες

Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα ελάχιστα. Κάποια στιγμή τα ξημερώματα, έβγαλα το οξύμετρο από το δείκτη μου, δεν άντεχα και αυτόν τον πόνο. Το επόμενο πρωί, μας άλλαξαν δωμάτιο και κλινική. Ήμουν σε σταθερή κατάσταση, οπότε μας μετέφεραν στην Ορθοπεδική κλινική.

Εκεί θα έμενα για τις επόμενες 9 μέρες της νοσηλείας μου. Η διάγνωση έλεγε ότι είχα αποκτήσει πλέον 2 κατάγματα λεκάνης, 1 στο αριστερό πόδι, κάτω από το γοφό και 1 πίσω δεξιά στη μέση. Η αριστερή μου κλείδα ήταν πρησμένη (αργότερα θα ανακάλυπτα ότι είχα και εκεί κάταγμα). Είχα επίσης ξεφορτωθεί τα καλώδια και μόνιτορ, αλλά απέκτησα ένα ελαστικό στρώμα, που φούσκωνε και ξεφούσκωνε κατά βούληση. Αν και με ανακούφιζε από τους πόνους, τα βράδια ήταν ανυπόφορο, γιατί οι μικρές φούσκες που είχε με ζέσταιναν πάρα πολύ και με κρατούσαν άγρυπνο.

Άσκηση θάρρους Νο1: Να πιαστώ από ένα μικρό πλαστικό τρίγωνο που αιωρούνταν πάνω από το κεφάλι μου, να σηκώσω τον κορμό μου και να τραβηχτώ προς τα πάνω, γιατί το σώμα μου γλιστρούσε πάνω στο ελαστικό στρώμα.

Η μεγαλύτερη ποδηλατική περιπέτεια της ζωής μου

Άσκηση θάρρους Νο2: Να μετακινήσω το αριστερό μου πόδι, που συνεχώς έβγαινε έξω από την λευκή κουβέρτα, πιάνοντας την άκρη του κρεβατιού, με το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού. Χρειαζόμουν μερικά λεπτά για να το κάνω.

Η αστεία στιγμή στον υπέρηχο: Ένα πρωί, με τσουβάλιασαν (ναι, αυτό είναι το σωστό ρήμα) πάνω σε ένα φορείο. Όταν το έκαναν αυτό, ήταν πάντα εκείνα τα δευτερόλεπτα του πόνου από τα κατάγματα. Φτάσαμε σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, και άρχισαν τον υπέρηχο, για να δουν αν υπάρχει κάποια εσωτερική βλάβη.

Γιατρός: Έχετε κάταγμα τα πλευρά σας βλέπω…

Εγώ: Είναι από άλλη πτώση, γιατρέ.

Γιατρός: Βλέπω και στην κλείδα ότι έχετε πρόβλημα…

Εγώ: Αυτό είναι από διαφορετική πτώση, γιατρέ.

Νοσηλεύτρια: Ε αυτός, δεν πρόκειται να σταματήσει ποτέ το ποδήλατο!

Οι μέρες και οι νύχτες πέρασαν βασανιστικά και ήρθε το πρωί που μας έδωσαν εξιτήριο. Όμως το ΕΚΑΒ έκανε απεργία, οπότε δεν υπήρχε διαθέσιμο ασθενοφόρο. Με τα πολλά, το ασθενοφόρο βρέθηκε λίγο πριν τα μεσάνυχτα και μπόρεσα να μεταφερθώ σπίτι μου.

Ανάρρωση στο σπίτι

Η Αλεξία είχε ήδη προμηθευτεί ένα κρεβάτι νοσηλείας, οπότε βρέθηκα σε «γνώριμα νερά». Το νέο παιχνίδι που είχα αποκτήσει λεγόταν Π, και ήταν το εργαλείο που θα με βοηθούσε να αρχίσω πάλι να περπατώ.

Αυτή η μέρα ήρθε λίγο μετά τα ξημερώματα της 17ης Σεπτεμβρίου, 15 μέρες από το ατύχημα. Έκατσα στην άκρη του κρεβατιού, στηρίχτηκα στο Π και δοκίμασα να σηκώσω το σώμα μου. Τα χέρια μου έτρεμαν, ο πόνος στο αριστερό πόδι διαπεραστικός, η ανάσα γρήγορη, ίδρωσα πριν το καταλάβω. Μπόρεσα να τεντωθώ λίγο πριν πέσω πονώντας, πάνω στο κρεβάτι. Αλλά η αρχή είχε γίνει..

Η μεγαλύτερη ποδηλατική περιπέτεια της ζωής μου

Τις επόμενες μέρες, δοκίμαζα όσο μπορούσα το νέο μου «παιχνίδι». Άντεχα να κάνω μικρά βήματα, με το δεξί πόδι ενώ έσερνα το αριστερό.

Προσπαθούσα να αντέχω τον πόνο, αλλά κουραζόμουν εύκολα. Η προπόνηση μου ήταν η εξής: Έβαζα στόχο μια διαδρομή 3-4 μέτρων και τοποθετούσα μια καρέκλα. Έκανα την διαδρομή, ξεκουραζόμουν στην καρέκλα και μετά επέστρεφα πάλι στο κρεβάτι. Και κάθε 2η μέρα μεγάλωνα την διαδρομή.

Χαιρόμουν που ήμουν πλέον σπίτι μου, μακριά από βελόνες και νοσοκομεία και κάθε μέρα βελτιωνόμουν. Όμως η χαρά μου δεν κράτησε αρκετά…

Η μόλυνση

Μια μέρα, δεν θυμάμαι πώς και πότε, παρατήρησα πίσω και δεξιά στη μέση μου 3 μικρά αποστήματα. Στην αρχή δεν έδωσα σημασία, αλλά μέρα με τη μέρα άρχισαν να πρήζονται και να με ενοχλούν. Από το νοσοκομείο είχα συνέχεια δέκατα, που ποτέ δεν με είχαν εγκαταλείψει.

Προσπάθησα να τα ξεφορτωθώ, αλλά τίποτα δε γινόταν και το χειρότερο, άρχισαν να μεγαλώνουν σε μέγεθος. Μετά από συμβουλή του παθολόγου, ξεκίνησα αντιβίωση.

Σε αυτή τη φάση, η δεξιά περιοχή της μέσης είχε κοκκινίσει, είχε διογκωθεί και έκαιγε. Κατά τη διάρκεια της μέρας, έπρεπε να γυρίζω στο πλάι για να βολεύομαι. Τα βράδια δεν μπορούσα πλέον να κοιμηθώ, από τους πόνους, ενώ τα δέκατα είχαν δώσει τη θέση τους σε πυρετούς. «Τι είναι αυτό πάλι…» και σκεφτόμουν τα χειρότερα.

Εκείνο το πρωί της Τετάρτης, 23/9/2020 ο καιρός ήταν συννεφιασμένος. Περίμενα σπίτι για το ασθενοφόρο, για να κάνουμε την προγραμματισμένη ακτινογραφία στο νοσοκομείο. Θυμάμαι είχα φορέσει ένα μπλε σορτσάκι, ένα μαύρο μπλουζάκι και τα αθλητικά μου παπούτσια και περίμενα. Τα αποστήματα πίσω στη μέση με έκαιγαν.

Το ασθενοφόρο έφτασε, με φόρτωσαν πάνω στο καροτσάκι – πλέον τα κατάγματα δεν με ενοχλούσαν τόσο. Θυμάμαι όταν βγήκαμε στο δρόμο ψιχάλιζε, και σκέφτηκα ότι αυτό δεν ήταν καλό σημάδι… Φτάσαμε στο νοσοκομείο και περίμενα στα εξωτερικά ιατρεία για να με ελέγξουν για τα αποστήματα. Δεν είχα καλό προαίσθημα.

Όταν ήρθε η σειρά μου, μπήκα μέσα, περιγράψαμε το πρόβλημα και με έβαλαν να ξαπλώσω μπρούμυτα στο ειδικό φορείο. Φορούσα ακόμα τη μάσκα, όταν άκουσα το χειρούργο να λέει «αυτά εδώ πρέπει να τα βγάλουμε» ή κάτι ανάλογο. Και όταν κατάλαβα ότι άρχισε να ξεριζώνει κυριολεκτικά τα αποστήματα, εκεί άρχισε ο πόνος…

Ιδρωμένος και μουδιασμένος από τον πόνο, άκουσα να λέει στη νοσοκόμα «Τώρα το βρήκαμε, εδώ θα τον ανοίξουμε…» και μου εξήγησε στωικά ότι θα έπρεπε να κάνει μια τομή για να αρχίσει να καθαρίζει το απόστημα εσωτερικά. Δεν κατάλαβα την τομή, κατάλαβα όμως όταν άρχισε να βάζει μέσα γάζες για να καθαρίζει.

Ήταν ένας πρωτόγονος, αρχέγονος πόνος, και ξαφνικά ότι είχα τραβήξει από τα κατάγματα, δεν συγκρινόταν μπροστά του. «Ρε γιατρέ, κάνε μου αναισθησία» άκουγα τον εαυτό μου να φωνάζει, ανάμεσα από τις κραυγές μου. «Δυστυχώς έτσι πρέπει να το κάνουμε, δεν πιάνει η αναισθησία στη μόλυνση» ήταν η απάντηση. Δεν υπάρχει τέτοιος πόνος, τουλάχιστον εγώ δεν έχω βιώσει χειρότερο πόνο στη ζωή μου.

Δεν ξέρω πόσα λεπτά αγωνίας πέρασα εκεί πάνω στο φορείο, είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου. Και ξαφνικά όπως ξεκίνησε, τελείωσε. Έμεινα μερικά λεπτά εκεί, αποκαμωμένος και μουδιασμένος. Ήρθε μέσα η Αλεξία και ο γιατρός της εξηγούσε ότι θα έπρεπε να κάνω πάλι εισαγωγή, για αρκετές μέρες για να αντιμετωπίσουν τη μόλυνση. Αν και αντέδρασα αρχικά, ήξερα ότι ήταν ανώφελο.

Με πήγαν για τις ακτινογραφίες και ο πόνος από τα κατάγματα, όταν με μετακίνησαν, σχεδόν δεν με ενόχλησε.

Το καινούργιο μου δωμάτιο στη Χειρουργική

Μου «χάρισαν» ακόμα ένα γωνιακό κρεβάτι, αυτή τη φορά στη Χειρουργική κλινική. Εκεί με βρήκε το απόγευμα, ξαπλωμένο ανάσκελα, με 2 μεγάλες αυτοκόλλητες γάζες πίσω στη μέση μου – μια οριζόντια τομή 5 εκατοστών και ένα στρογγυλό άνοιγμα από το 2ο απόστημα. Με το 3ο απόστημα, είχαμε ξεμπερδέψει από το πρωί.

Κάποια στιγμή, ήρθε ο γιατρός μαζί με μια νοσηλεύτρια που έσερνε ένα διώροφο καροτσάκι. «Γύρνα να κάνουμε τις αλλαγές» ήταν η κουβέντα και όπως μπορούσα – γιατί πονούσα και από τα κατάγματα- γύρισα μπρούμυτα, πήρα την άκρη από το μαξιλάρι, την δάγκωσα και περίμενα…

Δέκα λεπτά αργότερα, μετά από έντονους πόνους, τον καθαρισμό με τις γάζες και τα καινούργια αυτοκόλλητα, ήρθε η στιγμή της αλήθειας: «Θα πρέπει να νοσηλευτείς τουλάχιστον μια βδομάδα, γιατί πρέπει να καθαρίσουμε τη μόλυνση που έχεις. Θα κάνουμε βιοψία για να δούμε τι μικρόβιο αντιμετωπίζουμε». Στην προφανή απορία μου, για το τι υπάρχει εκεί πίσω, πήρα μια κυνική, πλην ρεαλιστική απάντηση «Η μόλυνση έχει προκαλέσει σήψη στους ιστούς και πρέπει να βγάζουμε το μολυσμένο ιστό, μέχρι να καθαρίσει».

Και έτσι ξεκίνησε ένα γαϊτανάκι ημερήσιων καθαρισμών – πρωί και απόγευμα. Φυσικά με όλα αυτά, παράλληλα, έπρεπε να κάνω και τη δουλειά μου. Οπότε κάθε πρωί, μετά το πρωινό και τις ενέσεις, σήκωνα το τηλέφωνο προσεκτικά – γιατί είχα και την πεταλούδα για τις αντιβιώσεις – και άρχιζα τα τηλεφωνήματα και τις παραγγελίες. Από τη μία ήταν καλό, γιατί ξόδευα έτσι μερικές ώρες, χωρίς να σκέφτομαι την κατάσταση μου.

Η Αλεξία, που την πρώτη εβδομάδα κοιμόταν στο θάλαμο μαζί μου, τώρα έπρεπε να έρχεται και να φεύγει πρωί και απόγευμα, μια και υπήρχε και άλλος ασθενής στο θάλαμο. Όταν την έβλεπα να έρχεται, άνοιγε η ψυχή μου.

Τα απογεύματα, πριν τον καθαρισμό, φορούσα τα αθλητικά μου παπούτσια και τη βερμούδα μου και άρχιζα τις «προπονήσεις» μου στο διάδρομο. Την μία μέρα έβαζα στόχο τη μέση του διαδρόμου, μετά από 2 μέρες πήγαινα μέχρι το τέλος του και από την επόμενη άρχιζα τις επαναλήψεις. Στεκόμουν για λίγο στο τέλος του διαδρόμου, ατενίζοντας μέσα από ένα διπλό παράθυρο τον ήλιο που έδυε πίσω από το βουνό και επέστρεφα στην αφετηρία. Έπρεπε να αντέχω τον πόνο των καταγμάτων, αλλά τόσα χρόνια με τις προπονήσεις στο ποδήλατο, αυτό το πράγμα έκανα. Αύξανα τις αντοχές μου στον πόνο.

Μετά από 2 μέρες βγήκε η βιοψία. Έδειξε ότι είχα μια ακραία, δυνατή μορφή σταφυλόκοκκου. Μου έφτιαξαν ένα κοκτέιλ αντιβίωσης, και απέκτησα μια νέα πεταλούδα στο δεξί μου μπράτσο.

Έτσι κύλησε ακόμα μια «ευχάριστη» εβδομάδα, με πολύ πόνο, αϋπνίες και ανασφάλεια.  Στο τέλος της, μου έδωσαν τελικά εξιτήριο, με την προϋπόθεση να επισκέπτομαι 2 φορές τη μέρα το νοσοκομείο για μερικές μέρες, για να κάνω τις αντιβιώσεις. Οπότε η πεταλούδα – που στο μεταξύ είχε μετακομίσει στον αριστερό μου καρπό – παρέμενε.

Εξιτήριο για τα καλά!

Η επιστροφή στο σπίτι ήταν «πανηγυρική», τρόπος του λέγειν. Όποιος έχει νοσηλευτεί για καιρό, καταλαβαίνει πόσο σημαντικό είναι, ψυχολογικά, να βρίσκεσαι σπίτι σου και να αναρρώνεις.

Η Αλεξία είχε αναλάβει να μου κάνει τους καθαρισμούς. Στην αρχή, όταν ο χειρούργος τις έδειξε τις πληγές στο νοσοκομείο είχε φρικάρει, αλλά σιγά σιγά συνήθισε την ιδέα και προσπαθούσε, όσο μπορούσε, να μην με πονάει.

Το αγαπημένο Π πλέον μάζευε σκόνη στο γραφείο. Μπορούσα να σηκώνομαι και να κάνω τις αποστάσεις μέσα στο σπίτι και μετά από μέρες, άρχισα να βγαίνω για λίγο έξω.

Μετά 3 μέρες, πήγα για τελευταία φορά στο νοσοκομείο, έκανα την τελευταία δόση αντιβίωσης και έβγαλα την καταραμένη πεταλούδα. Ένα μεγάλο βάρος έφυγε από πάνω μου…

Ο καιρός κύλησε γρήγορα και μετά 2 εβδομάδες, δώσαμε πίσω το κρεβάτι νοσηλείας, και το κανονικό μου κρεβάτι με καλωσόρισε και πάλι.

Όλο αυτόν τον καιρό, δεν με είχε καν απασχολήσει η ιδέα του ποδηλάτου. Φυσικά είχα παίξει στο μυαλό μου εκατοντάδες φορές κάθε καρέ του ατυχήματος – ήταν μια αέναη αναζήτηση του αιτίου της πτώσης-, αλλά τίποτε δεν είχε βγει με αυτό.

Είχα αρχίσει μερικές μέρες τώρα, να χρησιμοποιώ το αυτοκίνητο και ένα πρωί, αγόρασα καφέ και έβαλα ρότα για το Βίτσι. Είχα αποφασίσει να γυρίσω στο χώρο του «εγκλήματος».

Φτάνοντας στο επίμαχο σημείο, σταμάτησα στην άκρη του δρόμου και βγήκα να περπατήσω πάνω στην άσφαλτο, εκεί ακριβώς που σερνόμουν με 60 χλμ/ώρα πριν 2 μήνες. Περίμενα ότι θα ένοιωθα αρνητικά συναισθήματα, ξαναζώντας νοερά στο μυαλό μου το ατύχημα. Όμως κυριολεκτικά, δεν ένοιωθα τίποτα. Ήθελα απλώς να κατανοήσω τι είχε συμβεί, βαδίζοντας πάνω κάτω, προσπαθώντας να προσδιορίσω το που και το γιατί.

Τελικά ανακάλυψα αυτό που είχα καταλάβει εδώ και εβδομάδες: Εκείνο το απόγευμα, κατεβαίνοντας γρήγορα στην γεμάτη σκιές ευθεία, είχα βρεθεί με πολλά χιλιόμετρα στο λάθος σημείου του δρόμου. Κανένας δεν θα μπορούσε να γλιτώσει από αυτήν την πτώση. Ήταν μαθηματικά αναπόφευκτη…

Αυτή η ανακάλυψη περιέργως με γέμισε ανακούφιση, σκεπτόμενος ότι ίσως είχα γλιτώσει τα χειρότερα, χειρότερους τραυματισμούς ή τα οριστικά χειρότερα…

Η επιστροφή(;) στην κανονικότητα

Τις επόμενες εβδομάδες, άρχισα να συναρμολογώ την «νέα» πραγματικότητα που πλέον ζούσα. Τα πρωινά συνέχιζα να κάνω τη δουλειά μου μέσω τηλεφώνου και τα απογεύματα είχα ανακάλυψα το περπάτημα.

Ένα Κυριακάτικο πρωινό, αποφάσισα ότι είχε έρθει η ώρα να ασχοληθώ με το ποδήλατο. Το έβγαλα στο πίσω μπαλκόνι, όπου έκανα συνήθως τα μαστορέματα. Ήταν χτυπημένο, γεμάτο σημάδια από την πτώση, αλλά είχε αντέξει κι αυτό, όπως εγώ. Μετά από 2 ώρες, κατάφερα να το κάνω λειτουργικό και μετά μερικές μέρες, αποφάσισα να κάνω μια μικρή βόλτα.

Η πρώτη βόλτα πήγε περισσότερο καλά απ’ ότι νόμιζα, τα πόδια θυμήθηκαν πάλι τα πεντάλ, το σώμα έμοιαζε «σκουριασμένο», αλλά τα κατάγματα δεν πονούσαν. Κάτι όμως έλειπε από την συνταγή…

Κάθε εβδομάδα έβλεπα το σώμα μου να δυναμώνει, όμως οι πόνοι από τα  κατάγματα ήταν –και είναι – ακόμα εδώ. Οι περίπατοι έγιναν μεγαλύτεροι και το περπάτημα έδωσε χώρο στο γρήγορο περπάτημα. Άρχισα να ποδηλατώ και να αυξάνω τα χιλιόμετρα σταδιακά. Το σώμα άντεχε, αλλά δεν το απολάμβανα όπως παλιά.

Κλείνοντας…

Πλέον, έχουν περάσει πάνω από 3 μήνες από το ατύχημα. Μπορώ και ποδηλατώ για αρκετά χιλιόμετρα χωρίς πόνους και μπορώ και κάνω τζόκινγκ για αρκετά χιλιόμετρα, υπομένοντας τους πόνους. Στο ποδήλατο δεν πονάω πλέον, αλλά η διασκέδαση δεν βρίσκεται πάνω στη σέλα. Κάτι μάλλον θα ξέχασα εκεί πάνω στο βουνό, εκείνο το απόγευμα του Σεπτέμβρη…

Πάντα πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω ότι κάθε εμπόδιο στη ζωή, υπάρχει για κάποιο λόγο, συνήθως για να μας κατευθύνει κάπου αλλού. Πέρα από τους πόνους, τις απογοητεύσεις, το χαμένο χρόνο και την ταλαιπωρία, το ότι είμαι εδώ και μπορώ να γράφω την ιστορία μου είναι σημαντικό. Ελπίζω να είναι σημαντικό και για εσάς που την διαβάζετε.

Υπάρχει ηθικό δίδαγμα; Αγαπάτε αλλήλους αδέρφια, αγαπάτε τους ανθρώπους σας, αγαπάτε πραγματικά τον εαυτό σας. Μόνο αυτά έχουμε στην τελική….

One Comment

  1. Σπύρος

    December 25, 2020 at 7:40 pm

    Να σου πω κάτι φίλε μου, τίποτα δε ξέχασες στο βουνό, απλά ήρθες και εσύ αντιμέτωπος ότι το ποδήλατο εκτός από ανεμελία και πλάκα μπορεί να σου κάνει και ζημιά. Βασικά δεν είναι το ποδήλατο εμείς είμαστε. Εμείς αποφασίζουμε τι να κάνει το ποδήλατο. Αυτό που θεωρώ ότι έχεις πάθει είναι ότι σου έφυγε ο “τσαμπουκάς” μετά από μια τέτοια πτώση. Εμένα πάντως μου είχε φύγει. Έχουν περάσει 3ια χρόνια από τη δική μου πτώση. Η χαρά μου έχει επιστρέψει καιρό τώρα όποτε βγαίνω για ποδήλατο. Επιστροφή στις καταβάσεις τάπα πάλι αλλά ζυγίζω πλέον διαφορετικά τις καταστάσεις και ακούω καλύτερα το ένστικτο.
    Μια χαρά είσαι τίποτα δεν έχεις χάσει, απλά είναι νωρίς ακόμα. Κάθε άνθρωπος έχει το δικό του χρόνο που αναρώνει η ψυχή του μετά από την όποια τραυματική εμεπιρία. Πάτα πετάλι και όλα θα έρθουν στη θέση τους. Αλλά και να μην έρθουν υγεία να έχεις να βρεις ένα καινούριο χόμπι να σε γεμίζει!
    Να είσαι καλά!

    Reply

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Check Also

Τρέχοντας στην χειμωνιάτικη Φλώρινα…

Ήταν η τελευταία Κυριακή πριν τα Χριστούγεννα. Ο καιρός στη Φλώρινα, είχε φορέσει το χειμε…